Π. Νίκων Νεοσκητιώτης: Έχεις δει τον αγγελό σου;

Αν στο Άγιον Όρος ο διάβολος μηχανεύεται τέτοια τεχνάσματα και μεθοδείες για να κολάσει την ψυχή των μοναχών, φανταστείτε τι μπορεί να κάνει στους λαϊκούς μέσα στον κόσμο, προσοχή μεγάλη αδελφοί!

Στο Άγιο Όρος όχι και πολύ μακρυά από την Αγία Άννα, σε μία κορυφή ψηλά, μόλις που φαίνεται ένα κελί. Το είχε ένας πνευματικός παλιά, τον λέγανε παπά  Σάββα. Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπά Σάββας, ήτανε και ένας Ρουμάνος διάκονος.

Νεαρός ακόμη ήρθε στον Άθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο. Πνευματικέ μου, (του λέει μία μέρα ο διάκονος περίλυπος), μη ξεχάσεις να μνημονεύσεις αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της. (Πέθανε δηλαδή πριν τρεις μέρες).

Και του λέει χωρίς να δείξει τώρα την αγωνία του ο πνευματικός: Για πες μου παιδί μου: Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της, δηλαδή πέθανε προχθές. Πέθανε στην Ρουμανία. Πώς εσύ σε δυό μέρες πληροφορήθηκες τον θάνατό της;

Μεσολάβησε λίγη σιγή, δεν υπήρχαν τηλέφωνα δεν είχαν τηλέφωνα, όπως εγώ στην σκήτη μου, δεν έχουμε ρεύμα. Δεν είχανε τηλέφωνα.

-Πώς το έμαθα; Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να, μου το είπε…

-Ποιος σου το είπε;

-Μου το είπε ο φύλακας άγγελος μου.

-Ο φύλακας άγγελος σου; Έχεις δει τον άγγελο σου;

-Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές, είναι τώρα δύο χρόνια μου παρουσιάζεται και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες, ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις.

Εκείνο το δύο χρόνια, πίκρανε πολύ τον παπά-Σάββα.

-Και γιατί παιδί μου τόσο καιρό δε μου ανέφερες τίποτα;

-Μού είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.

-Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που σου εμφανίζεται;

-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες, συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον Παράδεισο, ο φύλακας άγγελός μου είναι.

Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος. Εκείνο όμως που τον έκανε δεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του στον θεοφώτιστο πνευματικό του. Αλλά πάλι έλεγε πώς μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή; Αυτός πολεμεί τους προσευχομένους. Μετά από πολλά, συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες, να δοκιμάσουν τον φύλακα άγγελο.

Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ο παπά-Σάββας) να πει το: Θεοτόκε Παρθένε, ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά. Όταν δύο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου, και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το Θεοτόκε Παρθένε και νομίζεις ότι τον βλέπεις να κάνει τον σταυρό του και να σταυροκοπιέται.

Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια ικανοποίηση ανάγγειλε στον πνευματικό: Γέροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου τα έλεγα είναι άγγελος του Θεού, είναι ο φύλακας άγγελός μου. Και το Θεοτόκε Παρθένε το είπε και τον σταυρό του τον έκανε.

Μόνο οι άγιοι και οι άγγελοι ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν έχει τις δυνάμεις που νομίζουμε. Δεν ξέρει τι σκεπτόμαστε. Οι άγγελοι ξέρουν τι σκεπτόμαστε. Οι άγιοι, όχι μόνο όσοι έχουν φύγει στον ουρανό αλλά και όσοι είναι ανάμεσά μας, μόλις μας δούνε, ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν το ξέρει.

Του λέει τώρα ο πνευματικός ο παπά-Σάββας: Πρόσεξε τι θα κάνουμε: Εγώ αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή κάτι θα σκεφθώ (σκέφθηκε κάτι εις βάρος του διαβόλου), και το αφήνω κρυφό, μέσα μου. Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου πει. Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι άγγελος από τον Θεό. Και να έρθεις να με ενημερώσεις.

Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σαν αγωνία, κάτι σα δυσάρεστη προαίσθηση. Από την άλλη μεριά θαύμαζε και την σπουδαία ιδέα του πνευματικού. Η υπόθεση θα περνούσε την κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπό του. Φάνηκε να σαστίζει.

Μα αγαπητέ μου πάτερ, γιατί εσύ ανώτερος άνθρωπος να ενδιαφέρεσαι για τους λογισμούς ενός παπά; Αυτό είναι κατάντημα, φτωχές επιθυμίες. Δε προτιμάς να σου δείξω απόψε την κόλαση, τον παράδεισο, την δόξα της Κυρίας Θεοτόκου; Ο διάκονος που κάτι άρχισε να υποψιάζεται επέμεινε στο θέμα τους.

-Κάνω υπακοή στον πνευματικό μου, να μου πεις τι σκεφθηκε. Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.

Ο διάκονος όμως με επιμονή τον μετέφερε στο θέμα. Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δε του προξενούσαν καλή εντύπωση. Να μου πεις τι σκέφθηκε ο πνευματικός. Το θέμα είναι απλό! Γιατί αποφεύγεις; Το αγνοείς;

-Πρόσεξε διάκο, με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοιά μου.

-Δε ξέρω, σου ζητώ κάτι το εύκολο. Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκεφθηκε ο πνευματικός;

Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο. Μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε και σαν από στόμα θηρίου ακούσθηκαν τα λόγια:

-Να χαθείς άθλιε, αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση και στην φωτιά, θα σε κάψουμε και θα σε καταστρέψουμε, αύριο αυτή την ώρα.

Και ο διάκονος έμεινε μόνος του και σωστό ερείπιο. Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών δυο χρόνια τώρα δεν αντιστάθμιζε την τωρινή του πικρία.

Εάν δεν τον στήριζαν από μακρυά οι προσευχές του πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε για αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του. Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του. Η καλύβη του πια δεν τον χωρούσε. Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον πνευματικό. Σ’ όλη την διαδρομή βούιζε στα αυτιά του η απειλή: Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση. Κι ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.

Έφτασε όπως έφτασε ως την καλύβη της αναστάσεως. Έπιασε το ράσο του πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή, και την ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί εκείνος λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος. Μη φοβάσαι παιδί μου, ηρέμησε!

-Πώς να μη φοβηθώ πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα; πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουνε! Χριστέ μου σώσε με! Και πράγματι την καθορισμένη ώρα, δέχθηκε βίαια επίθεση των πονηρών πνευμάτων.

Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές! Σώσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Με παίρνουν! Σώσε με! Γονατίζει ο παπά-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα, δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες. Εισακούσθηκε η δέησή του. Και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από στόματος λέοντος. Με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπά-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε. Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη, χειροτονήθηκε αργότερα και ιερέας, και διακρινόταν πάντα για την ευλάβειά του.

τού π. Νίκωνα, Νέα Σκήτη

Πηγή: perivolipanagias

 

Ένα άγγελος ζήτησε από εμένα να προσευχηθώ γι’ αυτόν!

Ἕνας Γέροντας εἶπε ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής, ποὺ κατοικοῦσε στὴν πιὸ βαθιὰ ἔρημο ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια κι εἶχε ἀποκτήσει χάρισμα διορατικό, ὥστε νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀγγέλους. Καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς:

Δυὸ ἀδελφοὶ μοναχοὶ ἄκουσαν τὰ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸν καὶ εἶχαν τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ ὠφεληθοῦν. Βγῆκαν ἀπὸ τὰ κελιά τους καὶ πήγαιναν πρὸς αὐτὸν μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν καρδιά. Καὶ ἀναζητοῦσαν τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο.

Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες πλησίασαν στὴ σπηλιὰ τοῦ Γέροντα. Ἀπὸ μακριὰ βλέπουν κάποιον σὰν ἄνθρωπο ντυμένο στὰ λευκὰ νὰ στέκεται πάνω σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς λόφους ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν ὅσιο σὲ ἀπόσταση περίπου τριῶν σημείων.

Τοὺς φώναξε:

«Ἀδελφοί, ἀδελφοί».

Αὐτοὶ τὸν ρώτησαν:

«Ποιὸς εἶσαι καὶ τί θέλεις;»

«Νὰ πεῖτε, τοὺς ἀποκρίθηκε, στὸν ἀββᾶ ἐκεῖνον ποὺ θὰ συναντήσετε: θυμήσου αὐτὸ ποὺ σὲ παρακάλεσα». 

Οἱ ἀδελφοὶ ἦρθαν, βρῆκαν τὸν Γέροντα, τὸν χαιρέτισαν καὶ πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ παρακαλοῦσαν νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ὠφελήθηκαν πολύ.

Τοῦ μίλησαν καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶδαν καθὼς ἔρχονταν, καὶ τὴν παράκλησή του. Ὁ Γέροντας κατάλαβε ποιὸς ἦταν, ἀλλὰ προσποιοῦνταν ὅτι δὲν τὸν ἤξερε. Μάλιστα ἔλεγε: «Κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν κατοικεῖ ἐδῶ». Οἱ ἀδελφοὶ ὅμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες καὶ ἀγκαλιάζοντας τὰ πόδια του τὸν ὑποχρέωναν νὰ πεῖ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶδαν.

Ὁ Γέροντας τοὺς σήκωσε ὄρθιους καὶ τοὺς εἶπε:

«Δῶστε μου τὸν λόγο σας ὅτι δὲν θὰ μιλήσετε ἐπαινετικὰ σὲ κανέναν γιὰ μένα σὰν γιὰ κάποιον ἅγιο, μέχρι νὰ φύγω στὸν Κύριο, καὶ τότε θὰ σᾶς μιλήσω καθαρὰ γιὰ τὴν ὑπόθεση». Ἐκεῖνοι ἔκαναν ὅπως τοὺς ζήτησε. Τοὺς λέει λοιπόν:

«Αὐτὸς ποὺ ἔχετε δεῖ ντυμένο στὰ λευκὰ εἶναι ἄγγελος Κυρίου, ποὺ ἦρθε ἐδῶ καὶ παρακαλεῖ ἐμένα τὸν ἀδύναμο καὶ μοῦ λέει: «Ἱκέτευσε τὸν Κύριο γιὰ μένα, νὰ ξαναγυρίσω στὸν τόπο μου, γιατὶ ἔχει πιὰ συμπληρωθεῖ ἡ προθεσμία ποὺ ὁρίσθηκε σὲ βάρος μου ἀπὸ τὸν Θεό». Στὴν ἐρώτησή μου «ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ποινῆς σου;» ἀπάντησε:

«Συνέβη σὲ μία ἐπαρχιακὴ πόλη πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ παροργίζουν τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες τους γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, καὶ μ᾿ ἔστειλε νὰ τοὺς παιδεύσω μὲ εὐσπλαχνία. Ἐγὼ ὅμως ὅταν τοὺς εἶδα πολὺ νὰ ἀσεβοῦν, τοὺς ἐπέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ νὰ ἐξοντωθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ μοῦ ἐπεβλήθη ἡ ἀπομάκρυνσή μου ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει τὴν ἀποστολή». 

Ὅταν τοῦ εἶπα «καὶ πῶς εἶμαι ἄξιος νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ γιὰ ἕναν ἄγγελο;», ἐκεῖνος εἶπε:

«Ἂν δὲν ἤξερα ὅτι ὁ Θεὸς δέχεται τὴν προσευχὴ τῶν γνήσιων δούλων του, δὲν θὰ ἐρχόμουν καὶ δὲν θὰ σὲ ἐνοχλοῦσα».

Ἐγὼ ἀναλογίσθηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔκανε ἄξιο νὰ μιλάει μαζί του καὶ νὰ τὸν βλέπει, ἐπίσης οἱ ἄγγελοί του νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἔχουν ἐπαφὴ μαζί τους, ὅπως ἔχει γίνει μὲ τοὺς μακάριους δούλους του Ζαχαρία καὶ Κορνήλιο καὶ τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τοὺς ἄλλους ἁγίους. Ἔνιωσα κατάπληξη μ᾿αὐτὰ καὶ δόξασα τὴν εὐσπλαχνία του».

Μετὰ ἀπ᾿ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὁ τρισμακάριστος πατέρας μας ἀναπαύτηκε. Οἱ ἀδελφοὶ τὸν ἔθαψαν τιμητικὰ μὲ ὕμνους καὶ προσευχές. Κι ἐμεῖς ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετὲς αὐτοῦ τοῦ Γέροντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ φτάσουν στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειάς του».

Ἕνας Γέροντας ἔλεγε ὅτι δὲν πρέπει κανεὶς νὰ μεριμνᾷ γιὰ τίποτε παρὰ μόνο γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρόσθετε:

«Κι ἂν ἀναγκασθῶ νὰ φροντίσω γιὰ γήινη ἀνάγκη, ποτὲ δὲν τὴν σκέφτομαι πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα της».

Μέγα Γεροντικό

Πηγή: simeiakairwn

Σώζονται τελικά οι αβάφτιστοι;

Όταν κάποτε επισκέφθηκα τις σπηλιές του Αγίου Όρους, κάποια φορά συνάντησα έναν ασκητή με τον οποίο κάθισα να συζητήσω και να ρωτήσω κάποια πράγματα…

Τον ρώτησα λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα, αν σώζονται αυτοί που δεν είναι βαπτισμένοι…

Κι εκείνος μου είπε:
«Θα σου πω, παιδί μου, τι συνέβη κάποτε, στην Μ. Ασία.

Ζούσε, κάποτε, εκεί ένας Τούρκος ο οποίος αγαπούσε πολύ τους Χριστιανούς.

Βοηθούσε πάρα πολύ την εκκλησία.

Βοήθησε μάλιστα να γίνει κι ένα μοναστήρι.

Όπου υπήρ­χε φτωχός, αυτός έτρεχε και βοηθούσε.

Αλλά, ενώ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος κι απ’ τους Χριστιανούς καλύτερος δεν είχε βαπτιστεί δεν είχε αποφασίσει να βαπτιστεί!

Το άφηνε για αργότερα…

Κάποια φορά, όμως, πέθανε.

Και πέθανε πριν να βαπτιστεί!

Ο ηγούμενος του μοναστηριού πολύ στεναχωρέθηκε.

Στεναχωρέθηκε, γιατί έφυγε ο άνθρωπος αυτός από τη ζωή, πριν προλάβει να βαπτιστεί.

Αλλ’ όμως ήτανε τόσο καλός άνθρωπος ο!!…

Έκανε λοιπόν προσευχή πολλή και κάποια μέρα έρχεται ένας άγγελος και του λέγει:

-Θέλεις να πάμε να δεις, που βρίσκεται ο Χασάν;

-Ναι, του είπε ο ηγούμενος…

Τον επήρε λοιπόν ο άγγελος κι ανέβηκαν, ανέβηκαν, ανέβηκαν… κι έφθασαν σ ’ έναν περίλαμπρο Ναό. Άστραφταν όλα εκεί μέσα!

Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού.

Ο ηγούμενος τα’ χασε.

Όταν μπήκε μέσα σ’ αυτόν τον περίλαμπρο Ναό, ξέχασε και τον Χασάν…, τα ξέχασε όλα!

Δεν ήθελε να φύγει μέσα από κει!…

Αλλά κάποια στιγμή ο άγγε­λος πήγε κοντά του και του είπε:

-Πάμε, λοιπόν, να φύγουμε…

Καθώς έφευγαν, τον ρωτάει ο άγγε­λος:

-Είδες τον Χασάν;

Τότε θυμήθηκε ο ηγούμενος και εί­πε:

-Όχι, δεν τον είδα!

-Δεν τον είδες;

-Όχι, δεν τον είδα!

-Πάμε, λοιπόν, πίσω για να τον δεις…

Μόλις επέστρεψαν, έξω από το Ναό, εκεί πάνω στις σκάλες του, απέναντι στο φως, υπήρχε ένα σκυλί τυφλό, το οποίο καθόταν σαν να λιαζότανε στο φως.

Είπε τότε στον ηγούμενο ο άγγελος:

-Αυτή είναι η ψυχή του Χασάν.

Δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται, δεν βλέπει τίποτα, δεν ακούει τίποτα, αλλά δεν είναι στο πυρ της Κολάσεως!

Το ίδιο μου είπε καταλήγοντας ο Γέροντας συμβαίνει και με τις ψυχές των αιρετικών.

Αν είναι καλοί άνθρωποι, ούτε στη γέενα της Κολάσεως πηγαίνουν, αλλά ούτε και στην τρυφή του Παραδείσου…».

Από κήρυγμα που απηύθυνε ο Καθηγούμενος του Ιερού Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος προς το εκκλησίασμα που συμμετείχε στην ευχαριστιακή Σύναξη της Κυριακής 28 Μαΐου 2006 (Κυριακή του Τυφλού)

Πηγή: vimaorthodoxias

Οι δύο Άγγελοι

Δύο άγγελοι που ταξίδευαν, σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας.

Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκείνοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε.
Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: «Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται»

Την επόμενη νύχτα το ζευγάρι των αγγέλων ήρθε να ξεκουραστεί σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι, αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, οι άγγελοι κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους, όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος το επόμενο πρωί, οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και την γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα, της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα, ήταν νεκρή στο λιβάδι.

Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.

Ο πρώτος άνδρας είχε τα πάντα και παρ΄ όλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνος. Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει

«Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται», απάντησε και πάλι ο μεγαλύτερος άγγελος.

Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως υπήρχε χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μην μπορεί να βρει το χρυσό.

Εχθές τη νύχτα, καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη, ήρθε ο άγγελος του θανάτου για την άνδρας του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.

Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη δική μας ζωή όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη στο Θεό θα μάθεις να εμπιστεύεσαι και να συνειδητοποιείς ότι το κάθε αποτέλεσμα μπορεί να είναι πάντα προς όφελός σου.

Πηγή: vimaorthodoxias

 

Πώς ο Άγγελος του σπιτιού προστατέυει την οικογένεια μας

Με ποιον τρόπο ο Άγγελος του σπιτιού μας, προστατεύει εμάς και την οικογένεια μας , τι πρέπει να κάνουμε και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που παραμονεύουν;
 Ο άγγελος του σπιτιού προστατεύει τον ιερό αυτό χώρο που στεγάζει τις εικόνες του Θεού, αλλά και όσους ζουν μέσα σ’ αυτό, ακόμη και αν δεν έχουν λάβει το Άγιο βάπτισμα, όπως είναι τα αβάπτιστα παιδιά των χριστιανών, αλλά και όσους ζουν σύμφωνα με τους νόμους του Θεού, αλλά δεν γνώρισαν ακόμη την ορθή πίστη.
Δεν επιτρέπει στα πονηρά πνεύματα να μπουν μέσα και να πειράξουν την οικογενειακή θαλπωρή, αν οι ίδιοι οι κάτοικοι του χώρου δεν το επιτρέψουν με τη ζωή τους. Είναι διαταγμένος από τον Θεό, κάθε άγγελος που προστατεύει ένα σπίτι, αν δει στις ψυχές των ανθρώπων, απλότητα και ευγένεια, στοιχεία που δηλώνουν πως είναι παιδιά δικά Του, όχι απλά να προστατεύουν αυτόν τον οίκο από πονηρά πνεύματα, αλλά να απομακρύνουν και φθονερούς ανθρώπους σταλμένους από τον Εωσφόρο, που θα ήθελαν να μπουν και να κάνουν κακό.
Μα πόση εξουσία δίνετε εσείς οι άνθρωποι στον σατανά να σας πειράξει μέσα στο ίδιο σας το σπίτι, όταν του χτίζετε τον θρόνο του και από κει τον αφήνεται να μολύνει σιγά-σιγά τις αισθήσεις σας και να καταστρέφει την ψυχή σας, δίχως να βλέπετε τις πληγές που σας επιφέρει!
Και το φοβερότερο είναι πως τον αφήνετε όλο και πιο πολύ να σας απομακρύνει από τον Ουράνιο Πατέρα σας και από την χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Οι άγγελοι των σπιτιών χαίρονταν όταν έβλεπαν παλαιότερα την οικογένεια ενωμένη να προσεύχεται στο εικονοστάσι και να δοξάζει τον Θεό. Οι ίδιοι μετέφεραν ο καθένας την ευωδία των προσευχών των ανθρώπων του οίκου που προστάτευαν και την ανέβαζαν στον θρόνο του Θεού, ζητώντας από τον Δημιουργό τους να στείλει περισσότερη θεία χάρη στο σπίτι αυτό. Και ο Θεός άκουγε τις ικεσίες τους και όλο και πιο πολύ ευλογούσε τον οίκο που Τον δόξαζε.
Μα σήμερα λίγοι είναι οι άγγελοι που φτάνουν στον θρόνο Του Θεού, αφού τα χέρια τους είναι άδεια από προσευχές και ευχαριστήριους ύμνους. Γι’ αυτό όταν βλέπουν κοντά στο σπίτι που προστατεύουν, άλλους αγγέλους να χαίρονται επειδή αυτοί φυλάνε θεοσεβούμενους ανθρώπους, ταπεινά εκλιπαρούν να προτρέψουν και να φωτίζουν τους ανθρώπους που ζουν εκεί να παραδειγματίσουν και τους δικούς τους, αφήνοντας να φανούν οι ευλογίες που τους στέλνει ο Θεός.
Μα πόσο πάλι θλίβονται όταν ζηλόφθονα φέρονται οι δικοί τους προστατευόμενοι, βλέποντας την χαρά των συνανθρώπων τους, αντί να ωφεληθούν από τις ευλογίες που τους δίνει ο Θεός σαν ανταμοιβή για την θεοσεβούμενη ζωή τους.
Αγαπημένα παιδιά του Θεού, να ξέρετε προς παρηγοριά και δύναμη δική σας, πως έχει δοθεί εντολή σε κάθε άγγελο φύλακα σπιτιού, στα εφιαλτικά χρόνια που ήδη ξεκίνησαν, όσα σπίτια επαναφέρουν το θρόνο του Θεού, εγκαταστήσουν το εικονοστάσι και το προσευχητάρι τους με όλες τις ευλογημένες συνήθειες ευλάβειας προς τον Ουράνιο Πατέρα μας, να προστατέψουν τα σπίτια αυτά και να φροντίσουν θαυματουργικά ώστε να μην τους λείψουν τα απαραίτητα υλικά αγαθά.
Επίσης τους έχει δοθεί η άδεια να διατηρούν την ειρήνη και τη γαλήνη του σπιτιού και να μην επιτρέψουν στο σατανά να σπείρει μέσα σ’ αυτό, την ταραχή και τον εφιάλτη που θα επικρατεί παντού».

Κάποτε είπε ο Θεός σε έναν Άγγελό Του…

– Πήγαινε κάτω στη Γη. Στο τάδε μέρος στο τάδε σπίτι, εκεί θα βρεις έναν ετοιμοθάνατο. Βρες τον και φέρε μου την ψυχή του!

Ξεκίνησε ο Άγγελος και πήγε στο μέρος που του είπε ο Θεός. Ήταν ένα φτωχικό λιτό δωμάτιο, χωρίς πολλά έπιπλα, υγρό, κρύο και μουντό.

Εκεί βρισκόταν ο ετοιμοθάνατος, ένας άντρας στο κρεβάτι και δίπλα του ήταν ένα παιδί που έκλαιγε με λυγμούς κρατώντας το χέρι του άντρα.

Προφανώς ήταν ο γιος του ετοιμοθάνατου. Το θέαμα τραγικό. Δεν άντεξε ο Άγγελος και γύρισε στον Θεό με άδεια χέρια.

– Που είναι η ψυχή που σου ζήτησα; Τον ρώτησε ο Θεός;

– Δεν άντεξα να πάρω την ψυχή αυτού του ανθρώπου, απάντησε ο Άγγελος. Αυτός ο ετοιμοθάνατος, έχει έναν γιο και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει δίπλα του. Αν του πάρω τον πατέρα, τότε τί θα απογίνει ο μικρός; Ποιός θα τον φροντίζει;

– Πολύ καλά λοιπόν. Πήγαινε στον ωκεανό, στο πιο βαθύ σημείο του. Εκεί θα δεις μία πέτρα. Σήκωσέ την και από κάτω θα βρεις ένα μικρό σκουλήκι. Πάρτο και φέρτο μου.

Ξεκινάει ο Άγγελος και πηγαίνει στον βυθό του ωκεανού. Βρίσκει την πέτρα, βρίσκει το μικρό σκουλήκι, το παίρνει και το πηγαίνει στον Θεό.

Το παίρνει ο Θεός και του λέει δείχνοντάς του το.

– Ποιός νομίζεις ότι φροντίζει γιαυτή την μικρή ύπαρξη στο βυθό του ωκεανού;! Πήγαινε τώρα να μου φέρεις την ψυχή που σου ζήτησα.

Ο Θεός τον θάνατον λυτρωτήν των πόνων

επεπψεν εις άρρωστον άνδρα γεωπόνον.

Να τώ δώσει άνεσιν των δεινών και κόπων

καί εις αναπαύσεως να τον φέρει τόπον.

Έφθασεν ο θάνατος επί της καλύβης

τού φτωχού και κάθισεν ως η όρνις ήβις.

Στεναγμοί ηκούοντο, οιμωγαί και θρήνοι,

όλη κατεσίετο η στέγη η καλαμίνη.

Πέντε-έξι ανήλικα κι από μητέρα ορφανά

έκλαιον τον θνήσκοντα πατέρα γοερά.

Φεύγεις πάτερ έκραζον κύκλωθεν της κλίνης

καί ημάς τα έρημα άχ! πού μάς αφήνεις;

Ήκουσεν ο θάνατος και τα ελυπήθη

οικτιρμόν ησθάνθησαν τ’ άπονά του στήθη.

Απρακτος επέστρεψεν εις τον Κύριόν του

καί εν αυτώ φοβούμενος τον φρικτόν θυμόν του

άφωνος εις τ’ ουρανού ίστατο τάς θύρας.

Διατί ω θάνατε με κενάς τάς χείρας;

Δία τα παντέρημα τις θα προνοήσει

όταν και ο μόνος των βοηθός τ’ αφήσει;

Τρέξε, είπε ο Αναρχος, τρέξε ν’ αποσπάσεις

λίθον από τ’ άμετρα βάθη της θαλάσσης.

Με φόβο και υπακοή, με πίστη χαλυβδίνη

ως βολίς ο θάνατος πίπτει μολυβδίνη.

Και εις τα ουράνια μετά τάχους ίσου

φέρει τον ζητούμενον λίθον της αβύσσου.

Θραύσε τόν! Τεμάχια δύο λαμβάνει,

τά συντρίβει κι ένδον των σκώληξ ζών εφάνη.

Τις εις τα ανήλια βάθη αποκρίσου

συντηρεί τον σκώληκα τούτον της αβύσσου;

Τις εμού ω βέβηλε κάλλιον γνωρίζει

ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζει;

Ήστραψε και βρόντησε, τον κατακωφαίνει

καί βωβός ο θάνατος από τότε μένει!

Μάταια τα ώτα του ο κλαυθμός μάς κρούει,

δέν ακούει δέησιν, θρήνους δεν ακούει!

 

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Διδακτική ιστορία: Η επιστροφή του άσωτου πατέρα

Λὲς καὶ ἦταν ὄνομα καὶ πράμα ὁ Ἄγγελος. Λεπτοκαμωμένος, μὲ ὁ­λοκάθαρα μάτια καὶ φωτεινὸ μέτωπο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ μονάκριβη ἀδελφή του, ἡ Ἐλπίδα, μικρότερή του κατὰ δύο χρόνια. Δὲν τοὺς εἶχε μολύνει ὁ κόσμος. Πρόσ­εχαν στὴ ζωή τους, εἶχαν τὸν ἴδιο Πνευματικό, κοινωνοῦσαν τακτικὰ καὶ ἀφοσιώνονταν στὶς σπουδές τους: ὁ Ἄγγελος στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ καὶ ἡ Ἐλπίδα στὴ Φιλοσοφική. Κανεὶς ὅμως δὲν γνώριζε τὸ δράμα ποὺ ἔζησαν καὶ ζοῦσαν στὸ σπίτι τους. Εἶχαν ἔλθει ἀπὸ μακρινὴ ἐπαρχία στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπέφευγαν διακριτικὰ πολλὲς γνωριμίες καὶ σχέσεις μὲ γείτονες καὶ ἄλλους.
Ἡ μητέρα τους ἔφευγε νωρὶς κάθε πρωί, καθάριζε σκάλες σὲ τέσσερις πολυκατοικίες καὶ γύριζε κατάκοπη στὸ σπίτι τὸ ἀπόγευμα. Τὸ μεσημεριανό τους φαγητὸ τὸ ἑτοίμαζε ἀποβραδίς. Παρόλο ποὺ μποροῦσαν νὰ φᾶνε στὴ Λέσχη τοῦ Πανεπιστημίου, ἤθελε νὰ τρῶνε ἀπὸ τὸ φαγητό της καὶ δὲν τῆς χαλοῦσαν τὸ χατίρι. Τὸ βράδυ στὸ τραπέζι ἡ μάνα τους, παρὰ τὴν κούρασή της, ἤθελε νὰ μαθαίνει τὰ νέα τους καὶ χαιρόταν βλέποντας καὶ ἀκούγον­τας τὰ βλαστάρια της.
Αὐτὴ ἡ ὡραία ἀτμόσφαιρα τοῦ βραδινοῦ τραπεζιοῦ ποὺ ἔκλεινε κάθε μέρα μὲ προσευχή, τοὺς βοηθοῦσε νὰ ξεχνοῦν γιὰ λίγο ὅλοι τους τὸν βαθὺ πόνο τῆς καρδιᾶς τους, ποὺ ἐδῶ καὶ ἑπτὰ χρόνια τοὺς χτύπησε ἀπρόσμενα. Πόνος σκληρός. Πόνος ποὺ προκάλεσε ὁ μισάνθρωπος Σατανᾶς.

Στὰ καλὰ καθούμενα ὁ πατέρας τῆς οἰκογένειας ἐγκατέλειψε τὴ γυναίκα του καὶ τὰ δυό τους ἀγγελούδια καὶ χάθηκε στὸ ἄγνωστο. Ἔμπλεξε μὲ κάποια πονηρὴ γυναίκα ἀντροχωρίστρα καὶ ἔφυγε μαζί της, σκλάβος τῆς ἁμαρτίας, σὲ ἄλλη χώρα.

Καὶ ζοῦσε πλέον σιωπηλὰ καὶ ὑπομονετικὰ ἡ ἐγκαταλειμμένη οἰκογένεια τὸ δράμα της. Ἡ μάνα δὲν θέλησε νὰ βάλει ἄλλον πατέρα στὸ σπίτι γιὰ τὰ παιδιά της. Συμβούλευε μάλιστα τὰ παιδιά της νὰ προσεύχονται νὰ μὴν πάθει κανένα κακὸ ὁ πατέρας τους ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν, νὰ μὴ συζητοῦν μὲ κανένα γι’ αὐτόν, τὸ πολὺ νὰ λένε ὅτι εἶναι στὸ ἐξωτερικὸ καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν ἀγαποῦν ὅπως καὶ πρῶτα.
Τὰ παιδιὰ ἄκουσαν προσεκτικὰ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὶς συμβουλὲς τῆς μητέρας τους καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν βοηθοῦν καὶ νὰ μὴν τὴν στενοχωροῦν καθόλου. Ὅταν μάλιστα εἶδαν ὅτι ξενοδούλευε γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ζήσουν καὶ νὰ σπουδάσουν, ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν γιὰ νὰ τὴν ξεκουράζουν. Τὴν κα­θαριότητα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἄλλες δουλειὲς μέσα στὸ σπίτι τὶς ἀνέλαβαν μὲ χαρὰ ὁ Ἄγγελος καὶ ἡ Ἐλπίδα. Καὶ στὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν μαθημάτων πήγαιναν καὶ βοηθοῦσαν τὴ μάνα τους στὴν καθαριότητα τῶν πολυκατοικιῶν, κι ἂς μὴν ἤθελε ἐκείνη.
Ἔτσι κυλοῦσαν τὰ χρόνια. Οἱ πρῶτες ρυτίδες ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους στὸ πρόσωπο τῆς κυρίας Καλλιόπης, τῆς ζωντοχήρας μάνας τοῦ Ἄγγελου καὶ τῆς Ἐλπίδας. Ὁ πόνος τῆς ψυχῆς καὶ τῶν τριῶν ποὺ τὸν ζοῦσαν ἐπὶ χρόνια μέσα τους, τοὺς ἔστρεψε ἀκόμη πιὸ πολὺ πρὸς τὸν Θεό. Γνώρισαν πιστοὺς ἀνθρώπους. Παρακολουθοῦσαν θεῖες Λειτουργίες, Ἀγρυπνίες, Παρακλήσεις, ὁμιλίες Ὀρθόδοξες καὶ σιγά-σιγὰ μαλάκωνε ὁ σκληρὸς πόνος τους.
Κάποτε ὁ Πνευματικὸς τοῦ Ἄγγελου τοῦ δώρισε ἕνα βιβλίο γιὰ τὸν ἅγιο Παΐ­σιο καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὸ μελετήσει προσ­εκτικά. Θὰ ὠφεληθεῖς πολύ, πρόσθεσε.
Καὶ πράγματι, συγκινήθηκε καὶ ὠφελήθηκε πολὺ ἀπὸ τὴ μελέτη του ὁ Ἄγγελος. Τὸ ἔδωσε μάλιστα καὶ στὴν Ἐλπίδα. Καὶ ἐπειδὴ τὴν εἶδε ἐνθουσιασμένη ἀπὸ τὴ μελέτη του, τῆς εἶπε μιὰ μέρα:
–Τί λές; Συμφωνεῖς νὰ προσευχηθοῦμε μαζὶ στὸν ἅγιο Παΐσιο γιὰ τὸν πατέρα μας; Ὅπως εἶδες στὸ βιβλίο, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου γίνονται πολλὰ θαύματα.
–Συμφωνῶ ἀπολύτως, ἀδελφέ μου. Εἶ­ναι μεγάλη ἡ Χάρη τοῦ νέου Ἁγίου τῆς Ἐκ­κλησίας μας.
Τὸ εἶπαν καὶ τὸ ἔκαμαν. Προσευχήθηκαν μὲ θέρμη τὰ δύο ἀδέλφια, καὶ παρακάλεσαν τὸν ὅσιο Παΐσιο γιὰ τὸν ἄσωτο πατέρα τους.

Καὶ τὸ θαῦμα δὲν ἄργησε νὰ συμβεῖ. Ἕνα μεσημέρι χτύπησε τὸ τηλέφωνο τοῦ σπιτιοῦ τους. Σήκωσε τὸ ἀκουστικὸ ὁ Ἄγγελος:

–Ὁρίστε; Ποιὸς εἶστε;

–Εἶμαι ὁ πατέρας σου, Ἄγγελέ μου! Γνώρισα τὴ φωνή σου!

–Καὶ τί θέλεις, πατέρα; Πόσο χαίρομαι ποὺ σ’ ἀκούω!

–Θέλω νὰ ξαναέλθω στὸ σπίτι μας, παιδί μου!

–Νὰ τηλεφωνήσεις τὸ ἀπόγευμα μετὰ τὶς πέντε, ποὺ ἔρχεται ἡ μαμὰ ἀπὸ τὴ δουλειά της. Ἐγὼ καὶ ἡ Ἐλπίδα σὲ θέλουμε πολύ, μπαμπά! Νομίζω καὶ ἡ μαμά!

–Καλά, παιδί μου. Σὲ φιλῶ.

Ὅταν ἦλθε ἡ Καλλιόπη ἀπὸ τὴ δουλειά της, τὴν ἀγκάλιασε ὁ Ἄγγελος καὶ τῆς εἶπε κλαίγοντας ἀπὸ χαρά:
–Μαμά, ἄκουσε ὁ ἅγιος Παΐσιος τὴν προσευχή μας ποὺ κάναμε χθὲς τὸ πρωὶ μὲ τὴν Ἐλπίδα γιὰ τὸν πατέρα μας! Καὶ σήμερα ὁ μπαμπὰς πῆρε τηλέφωνο καὶ θέλει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι μας!
–Δόξα τῷ Θεῷ, εἶπε ἡ μάνα κι ἔκαμε τὸν σταυρό της.
Τὸ ἀπόγευμα, ἀφοῦ προσευχήθηκαν ὅλοι, περίμεναν τὸ τηλεφώνημα τοῦ ἄ­σωτου πατέρα. Στὶς ἑπτὰ χτύπησε τὸ τη­λέφωνο. Σήκωσε τὸ ἀκουστικὸ μὲ τρε­μάμενα χέρια ἡ μάνα.
–Ὁρίστε! Ποιὸς εἶναι;

–Εἶμαι ὁ Νίκος, ὁ ἄντρας σου, Καλλιόπη, ποὺ πρόδωσα τὴν ἀγάπη σου καὶ πίκρανα τὰ παιδιά μας. Θέλω νὰ γυρίσω πίσω κοντά σας. Δὲν ἀντέχω ἄλλο μακριά σας! Μὲ θέλεις;

–Ἀφοῦ μετάνιωσες καὶ ἀποφάσισες νὰ εἶσαι τὸ στήριγμα καὶ τὸ παράδειγμά μας, ἔλα, σὲ περιμένουμε μὲ χαρὰ ὅλοι μας, Νίκο! Περιμέναμε χρόνια αὐτὴ τὴ μέρα! Σὲ ἔφερε ὁ ἅγιος Παΐσιος!

–Εὐχαριστῶ ποὺ μὲ δέχεσαι, Καλλιόπη, πιστὴ γυναίκα μου. Θὰ γίνει ὅπως τὸ λὲς καὶ τὸ θέλεις. Θὰ τὸ δεῖς!
Ἡ στιγμὴ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ πατέρα ἦταν συγκινητική. Ἀπερίγραπτη! Μιὰ νέα ζωὴ ἄρχιζε πλέον γιὰ τὸν πρώην ἄσωτο πατέρα. Ζωὴ μετανοίας, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακῆς εὐτυχίας γιὰ ὅλους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Παϊσίου.

Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.gr

Όταν ο Θεός έπλασε την μάνα…

Όταν ο καλός Θεός δημιουργούσε τις μητέρες, βρισκόταν στην έκτη μέρα συνεχούς δουλειάς, όταν ο άγγελος εμφανίστηκε και είπε:

«Παιδεύεστε πολύ με αυτό το δημιούργημα.»

Και είπε ο Θεός: «Έχεις διαβάσει τις προδιαγραφές που πρέπει να έχει αυτό εδώ; Πρέπει να είναι εντελώς αδιάβροχο αλλά όχι πλαστικό, να έχει 180 μετακινούμενα μέρη που να μπορούν να αντικαθίστανται, να κινείται πάνω σε χυμένο καφέ και σε άλλα τροφικά κατάλοιπα, να έχει ποδιά που εξαφανίζεται όταν σηκώνεται, ένα φιλί που να θεραπεύει οτιδήποτε από ένα σπασμένο πόδι μέχρι μια ερωτική απογοήτευση, και να έχει έξι ζευγάρια χέρια.»

Ο άγγελος κούνησε το κεφάλι του αργά και είπε: «Έξι ζευγάρια χέρια…με κανέναν τρόπο.»

«Δεν είναι τα χέρια που μου δημιουργούν προβλήματα», είπε ο Θεός. «Είναι τα τρία ζευγάρια μάτια που πρέπει να έχουν οι μητέρες.»

«Αυτά θα υπάρχουν στο στάνταρ μοντέλο;», ρώτησε ο άγγελος.
Ο Θεός έγνεψε καταφατικά. «Το ένα ζευγάρι για να βλέπει μέσα από κλειστές πόρτες όταν αυτή ρωτάει, «Τι κάνουν τα παιδιά εκεί;» όταν ήδη αυτή ξέρει.

Το άλλο ζευγάρι στο πίσω μέρος του κεφαλιού της για να βλέπει όσα δεν μπορούσε αλλά πρέπει να ξέρει, και φυσικά ένα τρίτο ζευγάρι εδώ μπροστά για να μπορεί να βλέπει πότε ένα παιδί κάνει γκάφες και να λέει, «Καταλαβαίνω και σ’ αγαπώ,» χωρίς να χρειάζεται να βγάλει λέξη.

«Κύριε,» είπε ο άγγελος αγγίζοντας ευγενικά το μανίκι του, «Ξεκουραστείτε τώρα. Αύριο είναι άλλη μέρα».

«Δεν μπορώ,» είπε ο Θεός. «Είμαι πολύ κοντά στο να δημιουργήσω κάτι που μοιάζει τόσο πολύ με μένα. Ήδη έχω κάνει μία πού θεραπεύει μόνη της τον εαυτό της όταν είναι άρρωστη, που μπορεί να ταΐσει μια οικογένεια έξι ατόμων με μια μπουκιά ψωμί και που μπορεί να βάλει ένα εννιάχρονο παιδί να σταθεί κάτω από το ντους.»

Ο άγγελος περιτριγύρισε το μοντέλο της μητέρας πολύ αργά. «Είναι πολύ απαλή,» αναστέναξε».

Αλλά και πολύ σκληρή!«, είπε ο Θεός με έμφαση. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να κάνει ή τι μπορεί να αντέξει μια μητέρα».

«Μπορεί να σκέφτεται;»

«Όχι μόνο σκέφτεται, αλλά μπορεί να λογικεύει και να συμβιβάζει,» είπε ο Δημιουργός.
Τελικά ο άγγελος έσκυψε πάνω της άγγιξε με το δάχτυλό του το μάγουλό της. «Εδώ υπάρχει μια διαρροή,» είπε. «Σας το είπα, προσπαθήσατε να τοποθετήσετε πάρα πολλά σ’ αυτό το μοντέλο.»

«Δεν είναι διαρροή,» είπε ο Θεός. «Είναι ένα δάκρυ.»

«Και σε τι χρησιμεύει;»

«Είναι για χαρά, λύπη, απογοήτευση, πόνο, μοναξιά και υπερηφάνεια.»

«Είστε μεγαλοφυΐα,» είπε ο άγγελος.

Ο Θεός κοίταξε μελαγχολικά, «Δεν το έβαλα εγώ εκεί.»