Ο Έλληνας Ρωμιός

Γερτός καιρός κι ἀνάποδος καί πώς νά τόν ἰσιώσεις,
ὅτ’ εἶν’ ὁ Ἥλιος ἄφταστος καί δίνει στόν ὀχτρό μου
κι ὅτι κι ἄν κάνεις φαίνεται, πώς θά τό μετανοιώσεις
καί θά σέ πνίξουν αἵματα, βίας σκληρῆς καί τρόμου.

Ἀλήθεια… μά δέν γίνεται, νά ζῶ σά πεθαμένος,
νά μήν ὁρίζω τίποτα καί νά μ’ ὁρίζουν ἄλλοι,
ἐγώ γενιά Ἀθάνατη, νά ζῶ προσκυνημένος…
στόν σκῦλο πού μέ σκλάβωσε, σηκώνω τό κεφάλι.

Εἶπ’ ὁ Ρωμηός καί ἔσκυψε καί φίλησε τό χέρι,
τοῦ γέρου τοῦ πατέρα του κι ἀσπάστηκε τήν μάνα
καί μπρός στ’ Ἅγιο εἰκόνισμα, πού καί(ει) τό καντηλέρι,
τῆς Παναγιᾶς ὁρκίστηκε κι ἔμοιασε μέ Τιτᾶνα,

πανέτοιμο στούς ὥμους του, τόν κόσμο νά σηκώσει,
τούς Μύθους καί τά (ὁ)ράματα, τοῦ πληγωμένου Γένους
καί χύθηκε σάν ἄνεμος, τήν κάμα νά ματώσει,
πού πάνω της κουβάλαγε, αἰῶνες ὀργισμένους.

Καί κάθε βῆμα πού ‘κανε, σεισμός κι ὀργή ἀντάμα
-στόν Ἄδη τόν πικρόχολο, μελωδικά ἠχοῦσε-
γιά κειούς πού προηγήθηκαν, καί ἅγιο νοιώθαν νάμα,
τό αἷμα τοῦ σφαγέα τους, στό χῶμα πού κυλοῦσε.

Κι οἱ ἁλυσίδες σπάγανε, ἡ μιά πίσ’ ἀπ’ τήν ἄλλη,
μά τότες ὅμως χύθηκε, στό Γένος δηλητήριο
καί ξέσπασε ἐμφύλ-ι-ου, θανάτου παραζάλη
καί ρίχτηκαν τά (ὁ)ράματα, θαρρεῖς σ’ ἀποχωρτήριο.

Καί μέ πολλές κι ἀπίστευτες, τέτοιες παλλινοδρομίες,
ὅπου ἀντίς στόν Τύραννο, τρεφότανε τό μένος,
στόν ἀδερφό ἐνάντ-ι-α καί μύριες βλασφημίες…..
ἡ Παναγιά ‘πως ἔταξε, λευτέρωσε τό Γένος.

Καί στήθηκε ἀνάμεσα, σ’ ἐρείπια καί συντρίμμια,
π’ ἀκόμα γύρω κάπνιζαν, οἱ στάχτες τοῦ Πολέμου,
-μέ τῆς σκλαβιᾶς δυσβάστακτα, ὁλοῦθε τά «ἐνθύμια»-
καί ἴδια σάν τόν Φοίνικα, ὐψώθηκε τ’ ἀνέμου.

Καί τώρα μεῖς ἀπόγονοι, Ἡρώων ἀθανάτων,
καλούμαστε νά πάρουμε, ‘πό κείνους τήν σκυτάλη
κι ὅσα ποτάμια χύθηκαν, γιά χάρη μας αἱμάτων
καί πάλι νά ποτίσουνε, Ἰδέα τήν Μεγάλη.

Ιωάννης Μαλτεζος

Γύριζε

«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περίγελα καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

 

Κωστής Παλαμάς, 1908

καλή Σαρακοστή.

ΜΦΧ