Το ανευλόγητο γάλα (Από τον βίο του Οσίου Παρθενίου)

Κάποτε ευρισκόμενος ο Όσιος Παρθένιος στον Κρουσώνα, ένας βοσκός του ζήτησε να ευλογήσει το κοπάδι των αιγοπροβάτων του.

Ο Γέροντας ανταποκρίθηκε και πήγε στη μάνδρα, όπου και είχε συγκεντρώσει τα ζώα. Με τον θαυματουργό Σταυρό ευλογίας που έφερνε πάντοτε μαζί του, ευλόγησε το κοπάδι, λέγοντας διάφορες προσευχές.

Ο βοσκός, γνωρίζοντας ότι ο Γέροντας δεν έτρωγε κρέας για να τον φίλευε στο σπίτι του σφάζοντας κάποιο από τα ζώα του, του είπε να αρμέξει κάποιο πρόβατο ή κατσίκα και να του προσφέρει λίγο γάλα.
Ο Όσιος δέχθηκε και του είπε:

– Ναι, ευχαρίστως θα πιω λίγο γάλα από την κατσίκα που θα σου υποδείξω όμως εγώ.
Και του έδειξε από ποια ήθελε γάλα.
Ο βοσκός πήγε να πιάσει το ζώο, αλλά δεν μπορούσε. Το κυνηγούσε για πολλή ώρα αλλά αν και ήταν ήμερο, τώρα δεν μπορούσε να το πιάσει.

Στο τέλος, αποκαμωμένος, λέει στον Γέροντα:

– Γέροντα, βλέπεις δεν μπορώ να το πιάσω…
– Δεν μπορείς, διότι το έχεις κλέψει. Έτσι δεν είναι;
– Ναι, Γέροντα, το έχω κλέψει, είπε σκύβοντας το κεφάλι.
– Να γυρίσεις την αίγα στο κοπάδι το ξένο από το οποίο την πήρες, διότι η ευλογία του Θεού δεν μπορεί να μείνει στο κοπάδι σου.

Με τον θαυματουργικό αυτό τρόπο ο Όσιος Παρθένιος δίδαξε τον βοσκό ότι τα ξένα πράγματα, τα κλοπιμαία, δεν τα ευλογεί ο Θεός αλλά εμποδίζουν και την ευλογία Του να μείνει και στα υπόλοιπα. Μόνο όσα έχουν αποκτηθεί με κόπο και προσευχή, φέρνουν “θεία Ευλογία”!

Χρυσόστομου Παπαδάκη, Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου, Πρωτοσύγκελλος Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, »Οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος και η Ιερά Μονή Κουδουμά», εκδόσεις Ιεράς Μονής Κουδουμά, 2003

Πηγή: yiorgosthalassis

Θαύμα του Αγίου Εφραίμ: H συγκλονιστική ιστορία ενός ναρκομανούς

Ένας ταξιτζής διηγείται ένα σπάνιο περιστατικό που του συνέβη με πελάτη του.
Ήταν απόγευμα, ένα από τα συνηθισμένα πολυτάραχα απογεύματα στο κέντρο της Αθήνας. Ο κόσμος ουρά στην στάση της Ομονοίας των ΤΑΞΙ.

 – Κουκάκι, παρακαλώ!…
– Ευχαρίστως, του απαντώ
Αυτός ήταν όλος ο διάλογος μέχρι τέλους της διαδρομής, διότι το ύφος και ο τρόπος δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζητήσεως. Στο ύψος του Αγίου Ιωάννου (Γαργαρέτας) και επί της οδού Βεΐκου κατέβηκε, και λίγα μέτρα πιο κάτω ένα άλλο χέρι με το χαρακτηριστικό νεύμα με σταματάει.
Ήταν νεαρός ο καινούργιος μου επιβάτης 25-27 ετών περίπου, μετρίου αναστήματος και κρατούσε μια βαλίτσα.
Τοποθετώντας εγώ τα πράγματα του στο «πόρτ-μπαγκάζ», ο νεαρός κάθισε στην θέση του συνοδηγού.

Και με μια ποιητική έκφραση, που σπάνια χρησιμοποιούσα κατά το παρελθόν: «Σαν Βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος σου, μεγάλο το ταξίδι», υπονοούσα: «για που πάμε;»
– Ναι, φίλε μου, για την Ιθάκη, όμως όχι για το νησί, όπως θα φαντάστηκες, άλλα για το αποτοξινωτικό κέντρο «Ιθάκη»…, ήταν η απάντηση που για λίγα δευτερόλεπτα με άφησε άναυδο.
– Στον σταθμό Λαρίσης στα τραίνα, παρακαλώ…, συμπληρώνει:

Ήταν αναπάντεχη πράγματι η απάντησις του νεαρού επιβάτου μου, διότι τίποτε από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (ματιά, ύφος, ενδυμασία, συμπεριφορά) δεν πρόδιδε το επάρατο πάθος της ναρκομανίας του. Ένα πλήθος συναισθημάτων, (πόνου, λύπης, συμπάθειας, αγάπης…), διαδέχονταν το ένα το άλλο μέσα μου, ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά μου που την έκανε να κινείται άτακτα μέσα στα στήθος μου, ένα δάκρυ κύλησε στα μαγουλά μου για το κατάντημα του αδελφού μου, για το πλάσμα του Θεού μου.
Προσπάθησα να συγκρατηθώ, διότι ήθελα και να μάθω κάτω από τι συνθήκες έφθασε εκεί πού έφθασε, επειδή είμαι και εγώ πατέρας με παιδιά στα πρόθυρα της εφηβείας.

Αφού αλληλοσυστηθήκαμε, παρακάλεσα τον Παύλο, αν δεν του έκανε κακό το φρεσκάρισμα τέτοιων γεγονότων και αν δεν τον εκούραζε, να μου έλεγε λίγα πράγματα γύρω από τη ζωή του και από το πάθος του.
Με προθυμία ανταποκρίθηκε στην παράκληση μου και τον ευχαριστώ.
«Κατ’ αρχήν έχω να πάρω δύο μήνες απ’ αυτό το δηλητήριο και νοιώθω όπως όλοι οι άνθρωποι οι φυσιολογικοί. Δεν έχω καμμία επιθυμία για να το ξαναβάλω στο αίμα μου και αυτό το οφείλω όχι σε κάποια προσπάθεια δική μου, άλλα εξ ολοκλήρου στην θαυμαστή δύναμη του Θεού και των Αγίων Του, αλλά ας σου τα πω απ’ την αρχή αφού τόσο πολύ το θέλεις.

Γεννήθηκα και μέχρις οκτώ ετών μεγάλωσα στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Κουκάκι εκεί που με πήρες. Είμαι μοναχοπαίδι και οι γονείς μου με αγαπούν παθολογικά, χωρίς να μου χαλούν κανένα χατίρι. Σε ηλικία λοιπόν οκτώ ετών, μαζί με τους γονείς μου φύγαμε για την Αμερική για καλύτερη ζωή. Οι γονείς μου με τη βοήθεια των συγγενών μου εκεί έπιασαν δουλειά και εγώ πήγαινα στο σχολείο.

Μεγαλώνοντας όμως μεγάλωναν μαζί μου και οι παράλογες επιθυμίες μου και τα “βίτσια” μου. Έμπλεξα λόγω χαρακτήρος εύκολα με άσχημες παρέες και πολύ γρήγορα δοκίμασα την μαριχουάνα και το χασίς. Περνώντας ο καιρός και τα χρόνια δε με ικανοποιούσαν τα ελαφρά ναρκωτικά ούτε εμένα ούτε και την παρέα μου. Το ρίξαμε λοιπόν όλοι στα σκληρά ναρκωτικά, που τα βρίσκαμε στο ίδιο περιβάλλον και με την ίδια ευκολία, όπως και τα ελαφρά. Αυτά όμως ήταν ακριβά κι’ εγώ δεν εργαζόμουν. Στην αρχή έκλεβα από τις τσέπες και τα πορτοφόλια των γονιών μου. Όταν όμως με τον καιρό είχα ανάγκη από μεγαλύτερες δόσεις και σε σημείο που έγινα αντιληπτός από τους γονείς μου, τότε μέχρι και που τους έδερνα για να τους τα παίρνω. Η κατάστασή μου ήταν δραματική το καταλάβαινα, άλλα δεν μπορούσα να κάνω πίσω με τίποτα. Οι γονείς μου με έτρεχαν σε γιατρούς και σε ψυχολόγους μήπως καταφέρουν κάτι, άλλα τίποτε, κανένα φως από πουθενά, μερικοί και μάλιστα διακεκριμένοι επιστήμονες τους έλεγαν, ότι αν δεν αλλάξω σύντομα περιβάλλον, λίγος είναι ό καιρός της ζωής μου.

Στο διάστημα αυτό και καθώς ήμουν μόνος μου στο σπίτι σε κατάσταση απελπισίας, εμφανίζεται μπροστά μου ένας παράξενος επισκέπτης πού για πρώτη φορά τον έβλεπα. Ήταν μέτριος στο ανάστημα, είχε στρογγυλά και πολύ μεγάλα μάτια πού περιστρεφόντουσαν, είχε μαύρο και δασύ τρίχωμα, του οποίου το μήκος θα ξεπερνούσε τα δεκαπέντε εκατοστά. Επίσης είχε κέρατα και ουρά. Είχε μία τρανταχτή σταθερή φωνή και φοβερή πειθώ που δεν σου άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις.

Άρχισε να απαριθμεί την ζωή μου από τότε που γεννήθηκα μέχρι εκείνη την στιγμή με κάθε λεπτομέρεια κι’ εγώ απλώς έλεγα: “Ναι”.
– Όλα τα έχεις απολαύσει, μου λέει στο τέλος, τίποτα δεν σου μένει πια, παρά ναρθής μαζί μου… Του απαντώ. “Πώς;”
– Θα πάρεις το αυτοκίνητο, μου λέει, και θ’ ακολουθήσεις τον τάδε δρόμο, θα τρέξεις με τόσα μίλια (δεν θυμάμαι τον αριθμό) κι’ εκεί θα σε περιμένω εγώ… Ο δρόμος αυτός ήταν ευθύς για πολλά μίλια και σε κάποιο σημείο είχε μια ελαφρά στροφή, ώστε όσοι έτρεχαν με υπερβολική ταχύτητα έβγαιναν έκτος δρόμου και προσέκρουαν σ’ ένα μανδρότοιχο που δεν γλύτωναν. Είχα ακούσει για πολλά ατυχήματα στο σημείο εκείνο κατά το παρελθόν. Έκανα όπως ακριβώς μου είπε και κατέληξα κι’ εγώ στον μανδρότοιχο. Το αυτοκίνητο έγινε σχεδόν αγνώριστο κι’ εμένα μ’ έβγαλαν με μικροτραύματα. Αφού μου προσέφεραν τις πρώτες Βοήθειες, πήγα στο σπίτι μου.

Επέρασαν δέκα ήμερες περίπου από το ατύχημα μου και εμφανίζεται στο σπίτι μου, στην κουζίνα αυτή τη φορά, ο ίδιος παράξενος επισκέπτης. Μια γκριμάτσα δυσφορίας στο άγριο και επιβλητικό πρόσωπό του ένα κούνημα της κεφαλής προς τα πίσω και ή ίδια χαρακτηριστική φωνή του μου λέγει: Τίποτα δεν κατάφερες.

Καθόμουν και τον κοίταζα σαν απολιθωμένος και μόλις που κατάφερα να τον ρωτήσω:
– Τί να κάνω;
– Τώρα θα πάρεις τρεις φορές δόση απ’ αυτό που παίρνεις και θα έρθεις σίγουρα μαζί μου.
Εξαφανίστηκε αυτός και δεν αναρωτήθηκα, ούτε πώς μπήκε στο σπίτι ούτε ποιος ήταν.
Έβαλα σε εφαρμογή αμέσως το σχέδιο.

Ετοίμασα το υλικό στην σύριγγα κι’ έψαξα να βρω μέρος στο κατάσπαρτο από τα τρυπήματα σώμα μου. Η δόσις ήταν μεγάλη κι’ έπεσα αμέσως αναίσθητος. Καθώς Βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση, Βλέπω έναν ψηλό με ράσα με μαύρο σκουφί που στο μέτωπό του ήταν χαραγμένος Σταυρός. Μη φοβάσαι, μου είπε, θα γίνεις καλά και όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα, να έρθεις στο σπίτι μου είμαι ο Εφραίμ…

Σηκώθηκα σαν να μην είχα πάρει εντελώς απ’ αυτό το καταραμένο δηλητήριο. Ένοιωσα την επιθυμία να φύγω για την Ελλάδα και μόλις το είπα στη μητέρα μου απόρησε και το θεώρησε θαύμα, διότι πολλές φορές προσπάθησαν να με διώξουν απ’ αυτό το περιβάλλον και δεν τα κατάφερναν.
Εξιστόρησα στην μητέρα μου τα όσα μου είχαν συμβεί και θέλησε να με συνόδευσει στο ταξίδι μου. Όταν ήρθαμε στην παλιά μου γειτονιά, πήγαμε στον Ιερέα της Ενορίας εκεί και απ’ αυτόν έμαθα, ποιος ήταν αυτός ό παράξενος επισκέπτης και τι ζητούσε από μένα.

Ήταν ο διάβολος και ζητούσε την αθάνατη ψυχή μου. Ευχαριστώ τον Θεό μέσα από τα τρίσβαθα της ψυχής μου. Αφού εξομολογήθηκα και νήστεψα, ό Ιερέας με κοινώνησε σε δεκαπέντε μέρες. Όταν είδα την εικόνα του Αγίου Εφραίμ, θυμήθηκα ότι αυτός ήταν πού με γλύτωσε από το φοβερό μου πάθος.
Πήγα στην Ν. Μάκρη κι έκανα Λειτουργία κι ευχαρίστησα τον άγιο. Τώρα πηγαίνω σ’ αυτό το Ίδρυμα, για να ξεφύγω λίγο από τον κόσμο και να σιγουρευτώ, ότι δεν το αποζητώ».

Κ.Σ., Αθήνα
Περιοδικό ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

Πηγή: vimaorthodoxias

Συγκλονιστικό θαύμα στην Κύπρο.

Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ ήταν άνθρωπος του Θεού. Υπήρξε ένα γεγονός που μάς απαγόρευσε να το λέμε τότε, όσο ακόμη ζούσε.
«Πήγε στην Κύπρο και μία συγγένισσα του έχασε τον άνδρα της και πέθανε, ενώ αυτή βρισκόταν στην Αγγλία. Πήγε αυτή να δει κάποιους γνωστούς και ενώ ήταν στην Αγγλία, της είπαν: «Ξέρεις, ο άνδρας σου πέθανε από συγκοπή». Αυτή ήταν απαρηγόρητη. Λέει, «δεν το χαιρέτησα». Δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει κανείς από τα κλάματα που έκανε.

«Ήταν ο Γέροντας στην Κύπρο τότε, ο Γέροντας Ιωσήφ, και του λένε να πας τη δεις γιατί αυτή είναι ανυπόφορη, της βάζουν ενέσεις και τα λοιπά, αλλά δεν την πιάνει τίποτε.

«Πήγε, τότε, ο Γέροντας, οπότε αυτή τον αγκάλιαζε, φώναζε, έκλαιγε, του έλεγε: «Δεν τον χαιρέτησα! Πρέπει να τον χαιρετήσω!». Ήταν το λείψανο στο σπίτι το βράδυ για να πάει το πρωί στην εκκλησία για την επικήδειο ακολουθία.

«Λέει ο Γέροντας: «Παρακαλώ, φύγετε, να μείνουμε με τη χήρα εδώ να κάνουμε προσευχή». Και έκαναν προσευχή και ανεστήθη ο νεκρός! Εχαιρέτησε τη σύζυγο του, της είπε ότι είναι καλά εκεί που είναι και πάλι ξανακοιμήθηκε.

«Αυτά τα πράγματα είναι γεγονότα, τα οποία πραγματικά δείχνουν την αλήθεια, ότι πράγματι «᾿Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

[Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Γέρων Εφραίμ, αναφερόμενος στον πολυαγαπημένο Γέροντα του, μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό. Απόσπασμα ομιλίας, Πολύγυρος Χαλκιδικής, Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017]

Πηγή: yiorgosthalassis

Παναγία. Η σκάλα που κατέβηκε ο Θεός και ανεβαίνουμε εμείς!

“Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε, δι’ ής κατέβη ο Θεός”.

Η κλίμαξ του Ιακώβ είναι η πιό παλαιά και πιό χαρακτηριστική προφητική προεικόνηση της Θεοτόκου. Σ’αυτή ο προφήτης βλέπει μια υπερφυσική σκάλα που πατούσε στη γή κι έφθανε μέχρι τον ουρανό, ο δε Θεός στηριζόταν επάνω της, προφανώς για να κατέβη στη γή (Γεν. κη’ 12-13).

Την ωραία αυτή προτύπωση ο ιερός Δαμασκηνός σχολιάζει ως εξής:

“Ο γιός του μαραγκού, ο παντεχνίτης Λόγος του Θεού,… έχοντας με το Άγιο Πνεύμα σα δάχτυλο του ακονίσει το στομωμένο σκεπάρνι της φύσεως, έφτιαξε για τον εαυτό του έμψυχη σκάλα, που η βάση της στηρίζεται πάνω στη γη και το κεφάλι της ακουμπάει στον ουρανό, που πάνω της αναπαύεται ο Θεός, που τον τύπο της αντίκρυσε ο Ιακώβ.

Απ’αυτή αφού κατέβηκε , χωρίς να μετακινηθή από τη θέση του ο Θεός,… “φανερώθηκε πάνω στη γη και συναναστράφηκε τους ανθρώπους… πάνω στη γη στηρίχθηκε η νοητή σκάλα, η Παρθένος. γιατί γεννήθηκε από τη γή. και η κεφαλή της φθάνει στον ουρανό. Η κεφαλή βέβαια κάθε γυναίκας είναι ο άνδρας. Για την Παρθένο όμως, μια και δεν γνώρισε άνδρα, έγινε κεφαλή της ο Θεός και Πατέρας” (Δ, 71-73).

Η “σκάλα” όμως που κατασκεύασε ο “υιός του τέκτονος” (Ματθ. ιγ’ 55) στήθηκε στη γη όχι μόνο για να κατέβη ο Θεός στους ανθρώπους, αλλά και για ν’ ανέβουν οι άνθρωποι στον ουρανό.

Η γη όπου στηρίζεται η ουράνια αυτή σκάλα είναι η Εκκλησία. Μέσα απ’ το χώρο της Εκκλησίας μπορεί κανείς εύκολα ν’ αρχίσει ν’ ανεβαίνη στον Ουρανό. Η Θεοτόκος και οι άγιοι Άγγελοι που “ανεβαίνουν και κατεβαίνουν” στον ιερό χώρο της Εκκλησίας βοηθούν τους πιστούς στο ανέβασμα τους προς τον Ουράνιο Πατέρα.

Αρκεί κανείς να βρή τη “σκάλα” και να πατήση το πρώτο σκαλί της…

Μητροπολίτου Αχελώου-Ευθυμίου Κ. Στυλίου,»Η πρώτη-Θεομητορικό Ημερολόγιο»,εκδόσεις Γρηγόρη,σελ 34

Πηγή: proskynitis

Ο προφήτης Ηλίας εμφανίζεται σε στρατιώτη

Ο προφήτης Ηλίας είναι ο μέγιστος των Προφητών είναι ανώτερος κι απ’ αυτόν τον προφήτη Ησαΐα τον μεγαλοφωνότατο. Η παρουσία του με τα θαύματα του συγκλονίζει τους πιστούς και όχι μόνο.

Συνομιλώντας με τον αδελφό Θεόκτιστο από την Ήπειρο, με ρώτησε αν άκουσα ένα αξιόλογο θαύμα που έκανε πριν χρόνια στα Γιάννενα ο προφήτης Ηλίας σε ένα στρατιώτη που φύλαγε σκοπός σε ένα στρατώνα. Του είπα ότι δεν το άκουσα και τον παρακάλεσα να μου το διηγηθεί να το σημειώσουμε σε δόξα του προφήτη Ηλία.

-Άκουσε μου, λέγει. Ένας στρατιώτης φύλαγε σκοπός σε ένα στρατώνα και τα μεσάνυχτα περίπου άκουσε βήματα ανθρώπου που τον πλησίαζε. Ο στρατιώτης υπέθεσε ότι ήταν έφοδος αξιωματικών και, όπως είναι συνήθεια, πήγαιναν να δουν αν είναι ξύπνιος ή κοιμάται κ.λπ. Ο σκοπός φώναξε: Αλτ! Αλλά πάλι τα βήματα ακούονταν και τον πλησίαζαν. Για δεύτερη φορά φωνάζει: Αλτ, τις ει;

Έχοντας το όπλο στα χέρια του, καμία απάντηση δεν έλαβε. Αναγκάζεται να επαναλάβει το: αλτ και πυροβολώ!

Μόλις είπε, πυροβολώ, του φεύγει το όπλο από τα χέρια, ως πενήντα μέτρα μακριά, και βλέπει ξαφνικά, αντί του αξιωματικού, όπως νόμιζε, ένα παπά μέσα σε αστραπόμορφη λάμψη φωτός!

Και όπως τον είδε, πολύ φοβήθηκε. Του λέει ο φαινόμενος παπάς: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, μη φοβάσαι, αλλά, πες μου, γιατί ευλογημένε βλασφημείς τα θεία; Το Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους;».

«Συγχώρησέ με, άγιε πάτερ (ήλθε σε κατάνυξη, δάκρυσε και ζητούσε συγχώρηση για την αμαρτία του αυτή) γιατί από κακή και πολυχρόνια συνήθεια γίνεται αυτό. Συγχώρησέ με». Του λέει ο άγιος: «Να κηρύξεις σε όλους να μετανοήσουν, να μη βλασφημούν. Να το ανακοινώσεις στη Μητρόπολη και σε όλους να το γράψουν και οι εφημερίδες». Του λέγει ο στρατιώτης: «Δεν με πιστεύουν, άγιε. Αλλά πες μου ποιος είσαι;» «Είμαι ο προφήτης Ηλίας».

Και για να πιστέψουν περισσότερο, να πεις ότι σ’ εκείνη τη κορυφή (και του έδειξε το μέρος) να σκάψουν και να βρουν εκκλησία μου παλαιά και πάνω σ’ αυτή να κτίσουν Ναό».

Αυτό ανακοινώθηκε σε όλη την πόλη και δημοσιεύτηκε στις τοπικές εφημερίδες πολλοί πίστεψαν και άλλαξαν ζωή, ο δε σύλλογος των αρτοποιών που τιμούν τον προφήτη Ηλία ως προστάτη τους, έσκαψαν στη κορυφή που τους υποδείχθηκε, ανακάλυψαν την παλαίαν εκκλησία και έκτισαν νέα σε δόξα και τιμή του πανένδοξου προφήτη Ηλία.

Ο στρατιώτης άλλαξε τρόπους και παλαιές συνήθειες και έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως υπόδειγμα καλού χριστιανού.

Πηγή: yiorgosthalassis.

Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία στα Καρούλια

Η παρακάτω διήγηση του Αρχιμανδρίτη Χερουβείμ Καράμπελα είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο του  ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ -Έκδοση Ι.Μ. Παρακλήτου 1991.

Μεταξύ των άλλων, ο Γέροντάς μας είχε και μία ευλογημένη συνήθεια. Κατά διαστήματα, έστελνε μία μικρή παρηγοριά στους ερημίτες… Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που κοινοβίασα στην καλύβη μας, όταν μία μέρα προπαραμονή Χριστουγέννων όπως θυμάμαι με κάλεσε ο Γέροντας για ν΄αναθέσει και σε μένα την ευλογημένη αυτή διακονία. Ασφαλώς με την απόφασή του αυτή, απέβλεπε και στην πνευματική μου, όπως πάντα ωφέλεια…

Έβαλα μετάνοια στον Γέροντα φορτώθηκα τον ντορβά μου, πήρα το ραβδί και ξεκίνησα για τα Καρούλια… Πέρασα από πολλούς ασκητές, την ζωή των οποίων χαρακτήριζε η συνέπεια. Ήσαν πραγματικοί μοναχοί, πραγματικοί ασκητές. Μεταξύ αυτών ο γέρων Νείλος, ηλικιωμένος Ρώσος ησυχαστής, που δεν γνώριζε καθόλου ελληνικά και ο επίσης ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος…

Το πρόγραμμά μου άλλαξε, όταν ο πνευματικός μου επέμενε να παραμείνω στην αγρυπνία των Χριστουγέννων και στην πανήγυρη της καλύβης τους, αφού το παρεκκλήσιό τους ήταν αφιερωμένο στην Γέννηση του Χριστού. Ο Γέροντάς μου άλλωστε είχε δώσει ευλογία για κάτι τέτοιο.

Την άλλη μέρα, μαζί με τον υποτακτικό του πνευματικού μου, π. Συμεών, κάναμε μια σχετική καθαριότητα της καλύβης, με αφορμή την πανήγυρη. Αργά το απόγευμα άρχισαν να έρχονται οι γύρω ασκητές, για να γιορτάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα.

Καθισμένος σ’ ένα μικρό εξώστη, έβλεπα τους ερημίτες, που κατέβαιναν από τα βράχια, άλλοι από τις κρεμαστές σκάλες και άλλοι από τις αλυσίδες, ο ένας πίσω από τον άλλον’ αξέχαστο θέαμα! Νέοι, μεσήλικες, γεροντάκια, αποτελούσαν μια χρυσή, ζωντανή αλυσίδα πανηγυριστών’ με τους παλιούς, λερωμένους ντορβάδες στην πλάτη, με ζωστικά και ράσα χιλιομπαλωμένα. Το πρόσωπό τους είχε μια σεμνή, σοβαρή έκφρασι. Χαιρετούσαν ένας ένας με βαθειά υπόκλιση κι έπαιρναν την θέση τους στο μικρό παρεκκλήσιο της Γεννήσεως του Κυρίου.

«Αυτοί οι άνθρωποι, ο εκλεκτός του Κυρίου λαός, τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, είναι εκείνοι που θα λάβουν μέρος στην αποψινή αγρυπνία», μονολογούσα.

Σήμανε μια μικρή καμπάνα και άρχισε η αγρυπνία. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Όλοι ήσαν σφιχτά τυλιγμένοι στα πτωχικά τους ράσα. Το κουκούλιο δεν κάλυπτε απλώς το κεφάλι, αλλά το είχαν κατεβασμένο, όσο γινόταν πιο χαμηλά. Μερικοί, όπως ο γέρων Βαρθολομαίος και ο πνευματικός μου, ήξεραν καλά μουσικά. Ένας από τους νεότερους ανέλαβε διαβαστής. Δυο-τρία καντηλάκια κι ένας πτωχός πολυέλεος με αγνό κερί φώτιζαν γλυκά το σκοτάδι. Όλα απλά, απέριττα, ασκητικά.

Ένοιωθα τον εαυτό μου ξένο και αταίριαστο σ’ εκείνο το πεντακάθαρο περιβάλλον. Εγώ ήμουν άνθρωπος με πολλές αδυναμίες και αμαρτίες, τις οποίες προ καιρού είχα αποθέσει στα πόδια του πνευματικού μου, κατά την πρώτη μου εξομολόγηση. Δεν ήμουν όμως ένας ξένος αδιάφορος για ότι συνέβαινε γύρω μου. Διψούσα να μάθω περισσότερα πράγματα για τους ασκητές: πώς αγρυπνούν, πώς προσεύχονται, πώς κοινωνούν.

Το άγιο βήμα του μικρού ναού ήταν σφηνωμένο μέσα στον βράχο. Ο κυρίως ναός εξείχε από την κοιλότητα του βράχου κι έφτανε μέχρι το άκρο μιας πεζούλας, από την οποία έβλεπες, κατακόρυφα σχεδόν, την θάλασσα. Καθώς η αγρυπνία προχωρούσε, το κρύο γινόταν ολοένα και πιο αισθητό. Ο άνεμος σφύριζε, τα κύματα βογγούσαν κτυπώντας αλύπητα τα βράχια. Η θάλασσα έμοιαζε μ’ ένα αεικίνητο, αδάμαστο θηρίο….

Η ακόλουθη σκηνή θα μείνει ανεξίτηλη στην μνήμη μου : Ένας λευκογένης ασκητής, πολύ ηλικιωμένος, δεν φορούσε παπούτσια. Κρύωνε υπερβολικά και είχε τυλίξει τα πόδια του με τσουβάλια. Κάποια στιγμή πλησίασε στην υποτυπώδη θερμάστρα, που υπήρχε εκεί, και προσπαθούσε να θερμάνει τα κοκκαλιασμένα πόδια του. Μένοντας όμως εκεί για αρκετή ώρα, απορροφημένος στην προσευχή, χωρίς να το αντιληφθεί, τα τσουβάλια πύρωσαν, άρπαξαν φωτιά και άρχισαν να καίγονται! Οι νεότεροι τρέξαμε αμέσως και σβήσαμε την φωτιά. Ευτυχώς τα πόδια του γέροντα δεν έπαθαν εγκαύματα.

Εκτός από εμάς που τρέξαμε αμέσως, για να τον βοηθήσουμε, οι άλλοι πατέρες δεν έκαναν καμία κίνηση. Ίσως και να μην αντιλήφθηκαν καν το γεγονός. Αφοσιωμένοι στην λατρεία του Θεού, συνέχιζαν την αγρυπνία με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος και με το κομποσχοίνι στο χέρι, που δούλευε ακούραστα…..

Τελείωσε ο όρθρος και άρχισε η θεία Λειτουργία. Η ώρα πλησίαζε. Ο Κύριος εγγύς. Πολλά μάτια τα έβλεπα να Τον υποδέχονται με δακρύρροη κατάνυξη. Μερικοί ήταν σκυμμένοι τόσο βαθειά, ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπό τους.

– «Πρόσχωμεν! Τα άγια τοις αγίοις», ακούστηκε σε λίγο η φωνή του λειτουργού.

Από την ώρα εκείνη οι πατέρες, ένας ένας, κατά σειρά αρχαιότητας, άρχισαν να βάζουν την καθιερωμένη μετάνοια της συγγνώμης προς τον Θεό και προς τους παρόντες αδελφούς. Στο «Μετά φόβου» πλησίασαν, ο ένας πίσω από τον άλλον, για να λάβουν τον ουράνιο Μαργαρίτη.

Ευχαρίστησα ολόθερμα τον Κύριο για την πολύτιμη αυτή ευκαιρία, να δω και να απολαύσω πώς κοινωνούν οι ασκητές. Ήταν ένα θέαμα μοναδικό. Τέλος προσήλθα κι εγώ σαν «δούλος» κι όχι σαν «υιός» όπως οι πατέρες.

Η ουράνια εκείνη μυσταγωγία σε λίγο είχε τελειώσει. Κατόπιν προσφέρθηκε και καφές. Ενώ διακονούσα στο κέρασμα, πρόσεχα και θαύμαζα τους ασκητές, με την διάθεση του αρχαρίου. Θαύμαζα την τάξη που είχαν οι κινήσεις τους, τις συζητήσεις, γενικά την συμπεριφορά τους. Πράγματι, σκεφτόμουν, η έρημος δεν δημιουργεί μόνο αγίους, αλλά και σταθερά πειθαρχημένους και ολοκληρωμένους ανθρώπους.

Ακολούθησε η τράπεζα. Λίγο ρύζι, και βακαλάος, που είχε στείλει η συνοδεία μας, ήταν το πανηγυρικό χριστουγεννιάτικο φαγητό. Οι ασκητές έτρωγαν σιωπηλοί και άκουγαν την ανάγνωση.

Ο νους τους ήταν δοσμένος στον λόγο του Θεού και την προσευχή, όχι στο φαγητό. Κανείς δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Καθένας που τελείωνε, περίμενε υπομονετικά με το βλέμμα στραμμένο στο στήθος. Ποιος ξέρει πόσο καιρό είχαν να γευτούν βακαλάο!

Μετά την τράπεζα, η ευλογημένη εκείνη ομήγυρη διαλύθηκε. Δεν αξιώθηκα να παρευρεθώ και άλλη φορά σε παρόμοια ασκητική πανηγυρική σύναξη. Η ευκαιρία αυτή όμως έγινε αφορμή, να επισκέπτομαι πιο τακτικά τα Καρούλια. Αργότερα μάλιστα έμεινα εκεί για ένα εξάμηνο. Ήταν μια περίοδος πνευματικού αναβαπτισμού. Αληθινό θείο δώρο!

Πηγή: hellas-orthodoxy

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Ο άγνωστος συνταξιδιώτης

«Εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον» (Ματθ. 2, 13)

Έκοψε το γρήγορο τρεχαλητό του, καθώς στο εξασκημένο αυτί του έφτασε χαρούμενο μουρμουρητό τρεχούμενου νερού. Χώθηκε στα χαμόκλαδα αναζητώντας με λαχτάρα την πηγή.

Ήπιε λαίμαργα, βρέχοντας ηδονικά τα φλογισμένα χείλη του. Γέμισε το απλόχερό του και έριξε το δροσερό νερό στο κάθιδρο,ξαναμμένο πρόσωπό του,ενώ το βλέμμα του αγριεμένο δεν έπαυε στιγμήνα στρέφεται πίσω ερευνώντας επίμονα. Πώς έγινε να ξεφυτρώσουν ξαφνικά στην περιοχή του τόσοι στρατιώτες;

Ήταν γνωστός κακοποιός και επικηρυγμένος βέβαια. Ποτέ του δεν ησύχαζε. Μα απόφευγε πάντα τις κακοτοπιές και τα κατάφερνε πολύ καλά να ξεγλιστρά στα επικίνδυνα συναπαντήματα. Από τον φόβο της καταδίωξης ο ύπνος του δεν ήταν ποτέ ήρεμος, βαθύς, ειρηνικός. Ή μήπως να ‘ταν τα μαστιγώματα της βαρυφορτωμένης του συνείδησης, που δεν τον άφηναν λεπτό να ησυχάσει;

Μα τί ωστόσο άλλαξε κι ολόκληρος στρατός ερχόταν καταπάνω του; Δεν του είχε ξανασυμβείνα αναμετρηθεί με τόσο πλήθος. Από όσο ήξερε, βρισκόταν μες στη σφαίρα επιρροής του ανελέητου Ηρώδη. Δικό του σχέδιο θα ήταν σίγουρα και τούτη η επιχείρηση. Τον τύλιξε βαθειά ανησυχία. Βάλθηκαν μήπως να τελειώνουν μια και καλή μαζί του;

Ξαναπήρε με βιάση τον ανήφορο, φροντίζοντας να κρύβεται καλά στους θάμνους και τα βράχια. Στη βάση του λοφίσκου χαμηλά, ασπίδες, κράνη και σπαθιά άστραφταν στον μεσημεριάτικο ήλιο. Η φάλαγγα των διωκτών συνέχιζε ακάθεκτη. Μα πώς έγινε μια τέτοια ανατροπή;

Ερχόταν να ληστέψει το μικρό χωριό. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Ο φοβερός ληστής που έτρεμαν οι πάντες στο άκουσμά του. Που δεν ήξερε τί θα πει έλεος για τα θύματά του. Και να που τώρα βρίσκεται κυνηγημένος αναπάντεχα, με ολόκληρο στράτευμα να επελαύνει πίσω του. Ήταν το τελευταίο που περίμενε να συναντήσει εδώ. Από διώκτης να βρεθεί διωκόμενος. Από θηρευτής θήραμα. Μα πώς βρέθηκαν ξοπίσω του; Πώς τον εντόπισαν, τη στιγμή που φρόντιζε προσεκτικά να μην αφήνει ίχνη πουθενά;

Δρασκέλισε την κορφή του λόφου και λοξοδρόμησε για να παρακάμψει το χωριό που απλωνόταν στην πλαγιά. Στρέφοντας πίσω του ξανά, είδε τους στρατιώτες να κατηφορίζουν και να σκορπίζουν στους δρόμους του οικισμού. Δεν τον πήραν είδηση. Κρύφτηκε πίσω απ’ τον μεγαλύτερο βράχο και σκαρφάλωσε προσεκτικά στην κορφή του. Από εκεί, χωρίς να φαίνεται, είχε την πλήρη εποπτεία της μικρής κοιλάδας.

Θα τον έψαχναν τώρα από σπίτι σε σπίτι. Θα έπαιρνε λιγάκι χρόνο αυτό. Μπορούσε να ανασάνει μια στιγμή. Η πανοπλία του τον βάραινε. Έγειρε στη σκιά του βράχου για μια λιγόλεπτη ανάπαυση. Μα σχεδόν αμέσως δυνατές φωνές ακούστηκαν απ’ το χωριό. Γυναικείες κραυγές και κλάματα παιδιών έσμιξαν με άγριες αντρικές φωνές. Θρήνοι γοεροί υψώθηκαν τελικά από παντού, πνίγοντας σιγά-σιγά ανάμεσά τους κάθε άλλη οχλοβοή.

Τινάχτηκε απορημένος ο ληστής, σκαρφάλωσε στου βράχου την κορφή ξανά. Μα σαν αντίκρυσε το θέαμα μπροστά του, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τί ήταν πάλι τούτο; Απ’ όλες τις γωνιές πετάγονταν τρέχοντας με τα μωρά στην αγκαλιά τρομαγμένες μητέρες. Πίσω τους στρατιώτες με γυμνά σπαθιά τις κυνηγούσαν. Κι όταν τις έφταναν, αντί γι’ αυτές, άρπαζαν και σκότωναν τα νήπια. Μα αυτό κι αν ήταν απίστευτο! Από πότε τα βρέφη έγιναν απειλή για τον Ηρώδη; Ποια επιβουλή διέβλεπε σ’ αυτά για την εξουσία του;Ποιον επικίνδυνο «ύποπτο» καταζητούσε ανάμεσά τους; Κάποιον ίσως μελλοντικό βασιλιά; Αντί να βρει εξήγηση ο ληστής, μπερδεύτηκε περισσότερο. Το μόνο που κατάλαβε ήταν πως η τόση εκστρατεία στόχευε τελικά αλλού. Δεν ήταν αυτός στο στόχαστρο. Προσωρινά τουλάχιστον, μπορούσε να χαλαρώσει.

Απ’ την κρυψώνα του παρακολουθούσε με ασφάλεια την εξέλιξη. Και να! Ερχόταν τώρα προς το μέρος του, τρικλίζοντας μάλλον παρά τρέχοντας, μια έξαλλη μητέρα, με το βρέφος της στην αγκαλιά της. Μα η γριά Ελισάβετ είχε μετρημένες τις δυνάμεις της. Οι στρατιώτες την πλησίαζαν με γρηγοράδα. Κι ερχόντουσαν ίσια καταπάνω του. Ο ληστής τα χρειάστηκε. Πήδηξε κάτω, πίσω από τον βράχο κι έτρεξε γοργά προς το πλάι, δρασκελίζοντας σκυφτά πέτρες και χαμόκλαδα, να βγει απ’ την ακτίνα καταδίωξης.

Μα καθώς έβλεπε τους στρατιώτες να πλησιάζουν επικίνδυνα την άτυχη μάνα, κάτι σάλεψε μέσα του. Άρπαξε αστραπιαία το τόξο του, πέρασε γρήγορα ένα βέλος και σημάδεψε. Μα στη στιγμή το χαμήλωσε. Τί πήγαινε να κάνει; Τί ελπίδες μπορούσε να έχει απέναντι σε τόσους στρατιώτες; Θα ‘ταν σίγουρα αυτοκτονία ν’ αναμετρηθεί με τόσο στράτευμα. Το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να προδώσει τη θέση του. Ελεεινολόγησε τον εαυτό του. Τί τον έπιασε τώρα; Αυτός, ο φοβερός λήσταρχος που έφαγε κόσμο και κοσμάκη δίχως έλεος, να προδοθεί έτσι, στα καλά καθούμενα, από ανόητα αισθήματα!

-Τα ‘χω χάσει για τα καλά! μουρμούρισε ταραγμένος, βρίζοντας με θυμό τον εαυτό του.

Μα ό,τι ακολούθησε τον τάραξε ακόμα περισσότερο. Ο πρώτος στρατιώτης είχε φτάσει σχεδόν την ταλαίπωρη γραία, που σερνόταν αποκαμωμένη από τον τρόμο και την κόπωση. Ο βράχος που προστάτευε νωρίτερα τον ληστή, υψωνόταν βουνό μπροστά της και της έκοβε τον δρόμο. Ο στρατιώτης αμείλικτος άπλωσε το στιβαρό χέρι του να αποσπάσει το τρυφερό βρέφος από τη μητρική αγκαλιά. Στο άλλο χέρι του έσταζε γυμνό το ματωμένο ξίφος του. Ήταν φανερό το τί θα επακολουθούσε. Την ύστατη εκείνη στιγμή η τραγική μάνα ύψωσε χέρια και μάτια ψηλά και έκραξε γεμάτη αγωνία:

-Σώσε μας, Κύριε! Έδωσες υπόσχεση γι’ αυτό το παιδί!

Ο τεράστιος βράχος που έφραζε τον δρόμο της, άνοιξε αυτοστιγμεί στα δυο. Μάνα και γιος βρέθηκαν στην αγκαλιά του και τα δυο του κομμάτια ξανάκλεισαν ακαριαία. Ο στρατιώτης εμβρόντητος έβγαλε δυνατή κραυγή τρόμου και έκαμε άλμα προς τα πίσω, σαν να τον έσπρωξε αόρατη δύναμη. Κοκκάλωσε στον τόπο του κι έμεινε να κοιτάζει ενεός, αδυνατώντας να συλλάβει το τί μόλις παίχτηκε μπροστά του.

Μα και ο ληστής αναπήδησε και τα μάτια του πετάχτηκαν από τις κόγχες τους. Μόνο που δεν σάλεψαν τα λογικά του. Ακούσια στρατιώτης και ληστής, έγιναν ταυτόχρονα αυτόπτες μάρτυρες, ότι ο Ύψιστος την ημέρα εκείνη «επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής, εις πόλιν Ιούδα»και ήλθε«βοηθός και σκεπαστής εις σωτηρίαν» του αδύναμου βρέφους. Υπακούοντας στην εντολή Εκείνου που είχε τη δύναμη να «οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών», ο σκληρός γρανίτης θα προστάτευε το εύθραυστο βρέφος. Γιατί το βρέφος της Ελισάβετ μόνο τυχαίο δεν ήταν. Είχε αποστολή. Ήταν ο εκλεκτός του Κυρίου πρόδρομος.

Ο Ηρώδης δεν άργησε να λάβει αναφορά για τα γενόμενα. Κατάλαβε πως το θεόσωστοεκείνο βρέφος δεν ήταν σαν τα υπόλοιπα. Σχετιζόταν σίγουρα με ό,τι τόσο έντονα απασχολούσε τον ίδιο. Να ήταν άραγε ο «καταζητούμενός» του; Ο μελλοντικός βασιλιάς; Ή μήπως ο κρίκος που θα τον οδηγούσε σ’ αυτόν; Αναζήτησε αμέσως τον πατέρα του. Ο γηραιός προφήτης Ζαχαρίας εκτελούσε στον ναό του Υψίστου την τάξη «της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού». Οι στρατιώτες ζήτησαν να τους αποκαλύψει πού βρίσκεται κρυμμένος ο γιος του. Όμως εκείνος απάντησε πως δεν γνώριζε κάτι, αφού δεν βρισκόταν «εις τον οίκον αυτού, …εν τη ορεινή της Ιουδαίας», αλλά στα Ιεροσόλυμα περιμένοντας να συμπληρωθούν «αι ημέραι της λειτουργίας αυτού». Μα η απάνθρωπη καχυποψία του Ηρώδη δεν κάμφθηκε. Έδωσε εντολή να σφαγιασθεί ο προφήτης, πράγμα που έγινε αμέσως εκεί, στον άγιο τόπο του θείου θυσιαστηρίου. Ο Ζαχαρίας, σε αντίθεση με τον μικρό του γιο, είχε επιτελέσει την αποστολή του. Είχε φτάσει στο τέλος του δρόμου του.

Άγγελοι του Θεού έφεραν την αγία του ψυχή ενώπιον του θρόνου του Βασιλέως του μεγάλου, της έδωσαν θέση «υποκάτω του θυσιαστηρίου». Εκεί που οι ψυχές όλων «των εσφαγμένων διά τον λόγον του Θεού και διά την μαρτυρίαν του αρνίου», ντυμένες λευκές στολές, αναπαύονται και περιμένουν «έτι χρόνον μικρόν, έως πληρώσωσι και οι σύνδουλοι αυτών και οι αδελφοί αυτών οι μέλλοντες αποκτέννεσθαι ως και αυτοί». Μάζεψαν ευλαβικά το αίμα του και το έσμιξαν, μέσα σε ολόχρυση φιάλη, με το «αίμα αγίων και προφητών», ώστε ενώπιον «του καθημένου επί του θρόνου» να βρίσκεται διαρκώς «παν αίμα δίκαιον εκχυνόμενον επί της γης από του αίματος Άβελ του δικαίου έως του αίματος Ζαχαρίου, υιού Βαραχίου», που μόλις είχε άδικα φονευτεί «μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου».

Τα απρόσμενα γεγονότα συντάραξαν και έριξαν σε βαθειά συλλογή τον ληστή. Γιατί τόσο μένος απέναντι στα άκακα βρέφη; Όσο κι αν έξυσε με αμηχανία το κεφάλι του, το απλοϊκό του μυαλό δεν μπόρεσε να βρει την άκρη. Γι’ αυτό και έκρινε σωστό να δείξει φρόνηση. Γιατί να διακινδυνεύει σε μέρη τόσο επικίνδυνα; Καλύτερα να βγει από τα όρια της επιρροής του στρατού του Ηρώδη. Και πού αλλού θα εύρισκε καλύτερη ασφάλεια και ησυχία από τις αχανείς ερήμους του νότου, προς Αίγυπτο μεριά, όπου κάθε κατατρεγμένος εύρισκε από αιώνες καταφύγιο!

Ακολουθώντας λοιπόν την πάγια πεπατημένη βρέθηκε να πορεύεται κι αυτός μέρες αργότερα «κατά μεσημβρίαν επί την οδόν την καταβαίνουσαν από Ιερουσαλήμ εις Γάζαν». Στις έρημες καυτές περιοχές με την ελάχιστη βλάστηση, ακόμα και για έναν ρωμαλέο άντρα σαν αυτόν, η πορεία ήταν πάντα επίπονη. Μα ωστόσο ήταν τέλεια εξασκημένος στην κάθε κακουχία. Και γνώριζε να εφοδιάζεται καλά με την απαιτούμενη εφεδρεία. Όσο για τους κακοποιούς που καθ’ οδόν ενέδρευαν, όντας φόβητρο αυτός, αρματωμένος σαν αστακός, τον φοβόντουσαν αντί να τους φοβάται. Δεν περνούσε άλλωστε άγνωστα μέρη. Πολλές φορές είχε αναζητήσει καταφύγιο στις αφιλόξενες εκείνες ερημιές. Δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα. Κανόνιζε την πορεία του με βάση τις λιγοστές μα τόσο απαραίτητες πηγές, που γνώριζε καλά τη θέση τους.

Ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά μεταβάλλοντας την έρημο σε φλόγα, όταν ο ληστής αραξοβόλησε στην πρώτη δροσερή όαση. Μια πράσινη συστάδα δέντρων έριχνε την πολυπόθητη σκιά της γύρω από την πηγή, που ανέβλυζε πλούσια και ξαναχάριζε τη ζωογόνα φλέβα της στη διψασμένη γη. Δροσίστηκε, πλύθηκε, τίναξε τη σκόνη που είχε σκεπάσει τα ρούχα και την πανοπλία του.

Ξεκουραζόταν ακόμα στην απολαυστική σκιά, όταν στο βάθος του δρόμου παρατήρησε κίνηση. Μια συνοδεία πλησίαζε αργά μέσα στην πνικτική λαύρα της ερήμου. Κρύφτηκε γρήγορα στην πυκνή συστάδα και παραμόνευε προσεκτικά. Η συνοδεία, ιδιαίτερα μικρή -ένας σεβάσμιος πρεσβύτης, ένας μεσόκοπος άντρας, ένα νεαρό κορίτσι πάνω σε γαϊδουράκι με το μωρό της αγκαλιά- ήρθε κατ’ ευθείαν και πέζεψε στην πηγή. Ο ληστής τούς ζύγισε με μια και μόνο ματιά. Ήταν παιχνιδάκι γι’ αυτόν να τους βάλει στο χέρι του.

Ο μεσόκοπος, που τον φώναζαν Ιάκωβο και ήταν ο μεγάλος γιος του πρεσβύτη, βοήθησε τη νεαρή μητέρα να κατέβει. Έφερε νερό απ’ την πηγή και τους έδωσε να πιουν, πότισε και το διψασμένο ζώο. Άνοιξε το σακούλι του και έβγαλε τις λιγοστές τους προμήθειες.

– Ελάτε, πατέρα! είπε μόνο.

Έφαγαν το λιτό φαγητό τους και η νεαρή μητέρα σηκώθηκε. Κατέβηκε στην πηγή και έπλυνε τα σπάργανα του μωρού της. Τα άπλωσε παραπέρα σε μια μεγάλη πέτρα, να στεγνώσουν στον ήλιο. Ο ληστής δεν έχανε κίνηση. Ετοιμαζόταν για την εξόρμησή του. Δεν χαριζόταν σε κανέναν. Η ληστεία ήταν η μόνη δουλειά που ήξερε για να ζει. Μα καθώς η ανύποπτη κόρη γύρισε προς το μέρος του, αντικρύζοντας το πρόσωπό της ο ληστής, καθηλώθηκε. Εντυπωσιάστηκε βαθιά. Τέτοια μορφή με τόση χάρη δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Το πρόσωπό της, παιδικό σχεδόν, αχτιδοβολούσε παρθενική ανέγγιχτη ομορφιά. Φως υπερκόσμιο ξεχυνόταν, θεϊκό, απ’ το καλοσυνάτο βλέμμα της. Φάνταζε «περιβεβλημένη τον ήλιον και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής». Μα ποια ήταν η κόρη αυτή, που έσταζε δροσιά σαν την αυγή; «Η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»;

Η νεαρή μητέρα με ελαφρές κινήσεις πήρε το βρέφος στην αγκαλιά της. Έσκυψε, ακούμπησε απαλά το μάγουλό της στο πρόσωπό του, το φίλησε γλυκά. Βλέποντας το βρέφος και τη γλυκοφιλούσα μητέρα ο ληστής, ξέχασε τα σχέδιά του εντελώς. Έμεινε μόνο να παρατηρεί ασάλευτος,χωρίς αίσθηση τόπου και χρόνου. Το φωτεινό χαμόγελο του βρέφους και η απέραντη αγάπη που αντιφέγγιζε στο παιδικό ακόμα βλέμμα της μάνας, κάτι πρωτόγνωρο γέννησαν μέσα του. Ένοιωσε ανάλαφρος. Μια παραδεισιακή γλυκύτητα εισχώρησε στην καρδιά του, ανοίγοντας βαθειά ρωγμή στη γρανιτένια σκληράδα της. Τα πυκνά κλαδιά τον έκρυβαν κι όμως είχε την αίσθηση πως το βρέφος εκείνο, χωρίς να τον κοιτάζει, τον έβλεπε. Αισθανόταν γυμνός μπρος στο βλέμμα του και ήθελε να κρυφτεί, σαν τον πρωτόπλαστο μες στην Εδέμ μετά την παρακοή. Μα ταυτόχρονα μια έλξη μυστική τον τραβούσε προς το βρέφος και τη μητέρα του. Μια πρωτόφαντη μαγευτική έκσταση, παντελώς άγνωστη μέχρι τότε, αιχμαλώτιζε την καρδιά του.

Διαισθανόταν σχέση μυστική ανάμεσα στο βρέφος αυτό και σε εκείνο που θαυματουργικά σώθηκε απ’ τη σφαγή στην ορεινή της Ιουδαίας. Μυστικό νήμα ένωνε τις ζωές τους με τρόπο ανερμήνευτο. Θαυμαστό εκείνο, μα ετούτο πανθαύμαστο! Εκείνο λύχνος προδρομικός, ετούτο ήλιος ολοφώτεινος! Η βαθειά τους επιρροή αλλοίωνε τώρα και τη δική του ζωή. Η σκέψη του έπαιρνε δρόμους διαφορετικούς. Αυτός που δεν λογάριασε ποτέ την ανθρώπινη ζωή, ένοιωθε, για πρώτη φορά, πως δεν θα μπορούσε ποτέ να βλάψει τη μητέρα τούτη και το βρέφος της. Για πρώτη φορά πλημμύριζε από διάθεση να τους προστατεύσει. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε την ανάγκη κι ευχήθηκε να ήταν κι αυτός καλός. Ένοιωσε ξαφνικά πως έχει τη δύναμη να αγαπήσει κι αυτός. Και τί παράξενο! Δεν νόμιζε πια αδυναμία την αγάπη. Το να ζει για το καλό, του φαινόταν τώρα υπέροχος σκοπός. Η ζωή του άλλαζε απρόσμενα. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό του!

Η μικρή συνοδεία συνέχισε τον δρόμο της. Βάδιζε για μέρες στους έρημους δρόμους, μα δεν ήταν πια μόνη. Κρυμμένος προσεκτικά πίσω τους, ακολουθούσε ένας άγνωστος συνταξιδιώτης. Ο ληστής τους πήρε κατά πόδι. Χωρίς να του το ζητήσει κανείς, αυτοανακηρύχτηκε μυστικά προσωπικός τους φρουρός. Γιατί το έκανε; Παραξενευόταν και ο ίδιος. Και τί δεν είδαν όμως τα μάτια του, στην παράξενη τούτη αποστολή του! Τα γεγονότα τον πήγαιναν από έκπληξη σε έκπληξη.

Θηρία τους πλησίαζαν, λέοντες και παρδάλεις, μα αντί να τους κατασπαράξουν, σέρνονταν σαν πιστά σκυλάκια στα πόδια τους, προσκυνούσαν υπάκουα κι έφευγαν. Φοβεροί ληστές πετάγονταν μπροστά τους, μα αντί να τους πειράζουν, γονάτιζαν μπροστά τους ταπεινά και φιλούσαν τα ίχνη τους στο χώμα, χωρίς να αγγίζουν ούτε τρίχα τους. Κι όπου πατούσαν τα ευλογημένα πόδια τους, φύτρωναν αμέσως σε μια ατέλειωτη σειρά πίσω τους ευωδιαστά πολύχρωμα λουλούδια. Πανύψηλοι φοίνικες λύγιζαν τις φορτωμένες τους κορφές,αποθέτοντας μπρος τους ώριμους γλυκύτατους καρπούς. Σε κάθε πηγή που σταματούσαν να δροσιστούν και να ξεκουραστούν, τα δέντρα έγερναν και τους προσκυνούσαν ευλαβικά.

Ο ληστής ακολουθούσε, παρακολουθούσε, αλλοιωνόταν. Κρυβόταν επιδέξια, μα ωστόσο αναρωτιόταν: Συνταξίδευε κρυμμένος μαζί τους, μα τους ήταν άραγε ακόμα άγνωστος; Είχε την αίσθηση πως του μικρού εκείνου βρέφους η ματιά δεν έφευγε από πάνω του, με όση φροντίδα κι αν έκρυβε τον εαυτό του. Πως το γλυκό του χαμόγελο προοριζόταν γι’ αυτόν. Κι όταν στην αγκαλιά της μάνας του κουνούσε στον αέρα τα μικρά του χέρια, νόμιζε πως ένευε προς το μέρος του, πως τον καλούσε μυστικά κοντά του.

Ο χρόνος υποτάχτηκε κι αυτός στην ακατανίκητη επιρροή του μυστηριώδους βρέφους. Οι μέρες του ταξιδιού ανεξήγητα συντομεύτηκαν. Ο ληστής τις μέτραγε, μα δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν κιόλας στα πρόθυρα της Θηβαΐδας, στην Ερμούπολη της Μέσης Αιγύπτου. Η θεϊκή συνοδεία δροσίστηκε για τελευταία φορά κάτω απ’ τη σκιά μιας περσικής τεράστιας μηλιάς, που λύγισε την κορφή της ως τη γη, για να τους υποδεχτεί και αυτή θεοπρεπώς. Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων φάνηκε να έρχεται απ’ τη μεριά της πόλης. Ο ληστής τα χρειάστηκε. Τί ήθελαν όλοι αυτοί; Ποιες ήταν οι προθέσεις τους; Οχυρώθηκε αθέατος και έπιασε τα όπλα του. Θα υπερασπιζόταν το θεϊκό βρέφος και τη λοχεύουσακόρη. Δεν φοβόταν πια να πεθάνει γι’ αυτούς.

Μα δεν χρειάστηκε. Οι άνθρωποι ήρθαν να τους αναγγείλουν συνταρακτικά νέα. Είπαν ότι κατάλαβαν τον ερχομό τους, γιατί έγινε στον τόπο τους την προηγούμενη νύχτα μια παράξενη καταστροφή. Τα είδωλα σ’ όλους τους ναούς τους έπεσαν και συντρίφτηκαν με φοβερό πάταγο στη γη. Και το απροσδόκητο αυτό γεγονός μια εξήγηση μόνο μπορούσε να έχει γι’ αυτούς: Πως ήλθε στη χώρα τους ένας μεγάλος, ανίκητος, μοναδικός, αληθινός Θεός. Που εμπρός του οι θεοί-δαιμόνια των εθνών δεν είχαν τόπο να σταθούν. Και οι άνθρωποι αυτοί, λυτρωμένοι πλέον από τη στυγερή καταδυνάστευσή τους, βγήκαν σε αναζήτηση αυτού του παντοδύναμου Θεού. Για να τον υποδεχθούν. Να τον προσκυνήσουν. Να τον κάμουν Θεό τους. Ο φωτισμός της αλήθειας είχε λάμψει ήδη και στη χώρα τους. Κατάλαβαν ότι ζούσαν μέχρι τότε στο σκοτάδι.

Ήταν τα παιδιά εκείνων που πεισματικά, αιώνες πριν, δείχτηκαν απειθάρχητοι στο άγιο θέλημά του και γεύτηκαν την αδέκαστη δικαιοσύνη του, τις δέκα φοβερές πληγές, τη μόνη γλώσσα που μπορούσαν τότε να καταλάβουν. Ο Κύριος«εν χειρί κραταιά και εν βραχίονιυψηλώ» έκαμε «θαυμάσια μεγάλα» απέναντί τους, μα αυτοί δεν άνοιξαν τα μάτια τους να δούν. Και τελικά ο Κύριος «επάταξετα πρωτότοκα Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους. Εξαπέστειλε σημεία και τέρατα εν μέσω» της Αιγύπτου, «εν Φαραώ και εν πάσι τοις δούλοις αυτού. Επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς».

Μα τώρα ο δυνατός Κύριος, βρέφος μικρό, κυνηγημένο, αδύναμο, επισκέπτεται ξανά τη χώρα τους. Ζητάει προστασία φαινομενικά, μα στην ουσία τούς καλεί σε νέα σχέση μαζί του. Έρχεται αδύναμος, για να ωθήσει την πέτρινη καρδιά τους σε κίνηση αγάπης απέναντί του. Και να, που αυτοί δεν κάνουν το λάθος των πατέρων τους.Αναγνωρίζουν ότι «ο υψηλός Θεός επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος».Και αυτό έγινε αποκλειστικά για χάρη τους. Για να ονομάσει λαό του κι αυτούς, «τον ου λαόν» του. Αποκρυπτογραφούν στη δική του κίνηση τη γλώσσα της άφατης αγάπης του, που αδυνατούσαν να διαβάσουν οι πατέρες τους.

Η άγνωστη ως τότε προοπτική μιας νέας κτίσης, πάνω στη θέση των αρχαίων πραγμάτων, ανέτελλε ήδη σαγηνευτική, ελπιδοφόρα, υπέροχη, από το βλέμμα του θείου βρέφους. Έβλεπαν τη μητροπάρθενη κόρη να βαστάζει «εν αγκάλαις», χωρίς να φλέγεται, άυλο πυρ, την θεότητα,όπως η άφλεκτος βάτος «πάλαι η εν Σινά». «Νεύματι θεαρχικώ» οδηγημένοι, γνώρισαν όλοι μυστικά και προσκύνησαν «παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν». Μια δοξολογική κραυγή υψώθηκε από όλα τα στόματα προς την άχραντη μητέρα του:

– «Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων! Χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων»!

Η ανύμφευτη νύμφη με τον άφθορο τοκετό της τους πρόσφερε σαρκοφόρο τον Θεό, αποδεικνύοντας απάτη, πλάνη, δόλιο ψεύδος τα είδωλα. Η ομορφιά της, πηγάζοντας έσωθεν, φάνταζε απύθμενη θάλασσα, «ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν», όπως η Ερυθρά «πόντωεκάλυψε» τον ιταμό Αιγύπτιο δυνάστη άλλοτε. Στα μάτια τους δεν ήταν πια η εύθραυστη κόρη, αλλά βράχος, η πέτρα που ανέβλυζε ποταμούς «ύδατος ζώντος» για «τους διψώντας την ζωήν», όπως από την άλλη εκείνη πέτρα της ερήμου «ερρύησαν ύδατα και χείμαρροι κατεκλύσθησαν» για τον διψασμένο λαό του Θεού. Το ταπεινό της ανάστημα υψωνόταν τώρα πελώριο, νέος πύρινος στύλος «οδηγών τους εν σκότει», «σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης». Νέα «γη της επαγγελίας» η Θεοτόκος ανέβλυζε «μέλι και γάλα», «τον άρτον εκ του ουρανού τον αληθινόν», την αθάνατη ζωηφόρα τροφή που διαδέχτηκε «άρτον αγγέλων», το θεόσδοτο μάννα της ερήμου.

Πεσμένος στα γόνατα, προσκυνούσε μαζί τους το θείο βρέφος απ’ την αθέατη κρύπτη του και ο άγνωστος συνταξιδιώτης. Όχι τον ασήμαντο ληστή λοιπόν, αλλά αυτό το βρέφος, τον Βασιλέα των όλων και παντοδύναμο Θεό, κυνηγούσε απεγνωσμένα και ανόητα ο Ηρώδης. Έταξε τότε ο ληστής ενδόμυχα με ζέση, να μην εγκαταλείψει ποτέ τον Βασιλέα του, να συνταξιδεύει ισόβια μαζί του μυστικά. Και τέτοιος άνεμος χαράς τον συνεπήρε, που έλειωνε μέσα του, ριγούσε σαν του μικρού παιδιού η σκληροτράχηλη καρδιά του.

Έστρεψε γελαστό το βρέφος τη ματιά του στον κρυφό του ακόλουθο, «φως ιλαρόν»,αχτιδοβόλο, έπεμψε πάνω του.

Πρώτος, καλόδεχτος στον ουρανό, ακόμα κι ο ληστής που δέχεται με την καρδιά μικρού παιδιού τη Βασιλεία του Θεού!

Χριστούγεννα 2017

Πηγή: 1myblog

Η προσευχή των αγίων του Θεού

Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης.

Μια  μέρα πήγε στα Κατουνάκια ένας επισκέπτης, στο κελί του πατρός Εφραίμ, και τον ζητούσε. Ο ίδιος διόρθωνε κάτι κεραμίδια εκείνη την ώρα.

«Θέλω τον Γέροντα Εφραίμ», είπε ο επισκέπτης. «Τι τον θέλεις», ρώτησε ο παπα-Εφραίμ. 

«Να, ήρθα να τον παρακαλέσω να προσευχηθεί, διότι η γυναίκα μου έχει καρκίνο και πρόκειται να τη χειρουργήσουν».

Δεν μίλησε αμέσως ο Γέροντας. Μετά από ολιγόλεπτη σιωπή, του λέγει. «Πήγανε, δεν έχει τίποτε η γυναίκα σου. Δεν θα κάνει εγχείριση».

Γεώργιος Κρουσταλάκης, Πανεπιστημιακός

Πηγή: themeliosiaspis

«Είμαι η Αγία Βαρβάρα!», είπε τότε η ωραία νέα και εξαφανίστηκε

ΔΕΝ ΕΛΕΙΨΑΝ ΠΟΤΕ ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ!

~ Η νεαρή Σοφία Βέλλα έπασχε από μία σοβαρή αρρώστια. Το δεξί της χέρι ήταν παράλυτο. Οι γιατροί στους όποιους την πήγανε οι γονείς της, σήκωσαν ψηλά τα χέρια. Δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 1899 όμως και ενώ η νύχτα είχε πέσει βαθειά στην Αθήνα, η νεαρή κοπέλα είδε στον ύπνο της μία ωραία παρθένα να μπαίνει στο δωμάτιο της και να λέγει:

-«Αύριο πρωί- πρωί να σηκωθείς και να παίξεις πιάνο!»

-«Μα πώς να παίξω; Δεν βλέπεις το χέρι μου, που είναι παράλυτο»; Είπε αυτή στο όνειρό της.

-«Είμαι η Αγία Βαρβάρα!» Είπε τότε η ωραία νέα και εξαφανίστηκε.

Το πρωί της 15ης Φεβρουαρίου, σηκώθηκε η Σοφία χαρούμενη. Το χέρι της δεν ήταν πλέον ξερό και ακίνητο. Είχε μέσα του ρυθμό και ζεστασιά. Έτρεξε τότε αμέσως η νέα και άρχισε να παίζει πιάνο. Άκουσαν οι γονείς της το επιδέξιο παίξιμο του πιάνου και πήγαν στο διπλανό δωμάτιο να δουν. Και ώ του θαύματος! Είδαν, ότι ή κόρη τους ήταν τελείως καλά. Το θαύμα έγινε γνωστό παντού. Οι γονείς της από ευγνωμοσύνη προς την Αγία κατασκεύασαν χρυσό χέρι και το τοποθέτησαν κοντά στη θαυματουργό εικόνα της. Έτσι το όνομα της οικογένειας Βέλλα, συνδέθηκε με την θαυματουργή εικόνα.

Το θαύμα αυτό υπενθυμίζεται στους πιστούς και με μία σημείωση, που βρίσκεται στο εικονοστάσι και γράφει: «Σοφία Λ. Βέλλα. Εξ ανιάτου υδράθμου πάσχουσα, κατ’ όναρ δε τη 14η Φεβρουαρίου 1899 ιαθείσα παρά της Αγίας, το εικονοστάσιο συν τη κανδήλα και περιφράγματι ευσεβώς ανέθηκεν».

(Από το βιβλίο : Η Αγία Βαρβάρα, Εκδ. Ένθεος βίος).

Πηγή: simeiakairwn