Π. Νίκων Νεοσκητιώτης: Έχεις δει τον αγγελό σου;

Αν στο Άγιον Όρος ο διάβολος μηχανεύεται τέτοια τεχνάσματα και μεθοδείες για να κολάσει την ψυχή των μοναχών, φανταστείτε τι μπορεί να κάνει στους λαϊκούς μέσα στον κόσμο, προσοχή μεγάλη αδελφοί!

Στο Άγιο Όρος όχι και πολύ μακρυά από την Αγία Άννα, σε μία κορυφή ψηλά, μόλις που φαίνεται ένα κελί. Το είχε ένας πνευματικός παλιά, τον λέγανε παπά  Σάββα. Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπά Σάββας, ήτανε και ένας Ρουμάνος διάκονος.

Νεαρός ακόμη ήρθε στον Άθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο. Πνευματικέ μου, (του λέει μία μέρα ο διάκονος περίλυπος), μη ξεχάσεις να μνημονεύσεις αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της. (Πέθανε δηλαδή πριν τρεις μέρες).

Και του λέει χωρίς να δείξει τώρα την αγωνία του ο πνευματικός: Για πες μου παιδί μου: Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της, δηλαδή πέθανε προχθές. Πέθανε στην Ρουμανία. Πώς εσύ σε δυό μέρες πληροφορήθηκες τον θάνατό της;

Μεσολάβησε λίγη σιγή, δεν υπήρχαν τηλέφωνα δεν είχαν τηλέφωνα, όπως εγώ στην σκήτη μου, δεν έχουμε ρεύμα. Δεν είχανε τηλέφωνα.

-Πώς το έμαθα; Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να, μου το είπε…

-Ποιος σου το είπε;

-Μου το είπε ο φύλακας άγγελος μου.

-Ο φύλακας άγγελος σου; Έχεις δει τον άγγελο σου;

-Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές, είναι τώρα δύο χρόνια μου παρουσιάζεται και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες, ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις.

Εκείνο το δύο χρόνια, πίκρανε πολύ τον παπά-Σάββα.

-Και γιατί παιδί μου τόσο καιρό δε μου ανέφερες τίποτα;

-Μού είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.

-Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που σου εμφανίζεται;

-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες, συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον Παράδεισο, ο φύλακας άγγελός μου είναι.

Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος. Εκείνο όμως που τον έκανε δεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του στον θεοφώτιστο πνευματικό του. Αλλά πάλι έλεγε πώς μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή; Αυτός πολεμεί τους προσευχομένους. Μετά από πολλά, συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες, να δοκιμάσουν τον φύλακα άγγελο.

Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ο παπά-Σάββας) να πει το: Θεοτόκε Παρθένε, ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά. Όταν δύο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου, και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το Θεοτόκε Παρθένε και νομίζεις ότι τον βλέπεις να κάνει τον σταυρό του και να σταυροκοπιέται.

Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια ικανοποίηση ανάγγειλε στον πνευματικό: Γέροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου τα έλεγα είναι άγγελος του Θεού, είναι ο φύλακας άγγελός μου. Και το Θεοτόκε Παρθένε το είπε και τον σταυρό του τον έκανε.

Μόνο οι άγιοι και οι άγγελοι ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν έχει τις δυνάμεις που νομίζουμε. Δεν ξέρει τι σκεπτόμαστε. Οι άγγελοι ξέρουν τι σκεπτόμαστε. Οι άγιοι, όχι μόνο όσοι έχουν φύγει στον ουρανό αλλά και όσοι είναι ανάμεσά μας, μόλις μας δούνε, ξέρουνε τι σκεπτόμαστε. Ο διάβολος δεν το ξέρει.

Του λέει τώρα ο πνευματικός ο παπά-Σάββας: Πρόσεξε τι θα κάνουμε: Εγώ αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή κάτι θα σκεφθώ (σκέφθηκε κάτι εις βάρος του διαβόλου), και το αφήνω κρυφό, μέσα μου. Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου πει. Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι άγγελος από τον Θεό. Και να έρθεις να με ενημερώσεις.

Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σαν αγωνία, κάτι σα δυσάρεστη προαίσθηση. Από την άλλη μεριά θαύμαζε και την σπουδαία ιδέα του πνευματικού. Η υπόθεση θα περνούσε την κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπό του. Φάνηκε να σαστίζει.

Μα αγαπητέ μου πάτερ, γιατί εσύ ανώτερος άνθρωπος να ενδιαφέρεσαι για τους λογισμούς ενός παπά; Αυτό είναι κατάντημα, φτωχές επιθυμίες. Δε προτιμάς να σου δείξω απόψε την κόλαση, τον παράδεισο, την δόξα της Κυρίας Θεοτόκου; Ο διάκονος που κάτι άρχισε να υποψιάζεται επέμεινε στο θέμα τους.

-Κάνω υπακοή στον πνευματικό μου, να μου πεις τι σκεφθηκε. Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.

Ο διάκονος όμως με επιμονή τον μετέφερε στο θέμα. Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δε του προξενούσαν καλή εντύπωση. Να μου πεις τι σκέφθηκε ο πνευματικός. Το θέμα είναι απλό! Γιατί αποφεύγεις; Το αγνοείς;

-Πρόσεξε διάκο, με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοιά μου.

-Δε ξέρω, σου ζητώ κάτι το εύκολο. Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκεφθηκε ο πνευματικός;

Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο. Μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε και σαν από στόμα θηρίου ακούσθηκαν τα λόγια:

-Να χαθείς άθλιε, αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση και στην φωτιά, θα σε κάψουμε και θα σε καταστρέψουμε, αύριο αυτή την ώρα.

Και ο διάκονος έμεινε μόνος του και σωστό ερείπιο. Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών δυο χρόνια τώρα δεν αντιστάθμιζε την τωρινή του πικρία.

Εάν δεν τον στήριζαν από μακρυά οι προσευχές του πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε για αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του. Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του. Η καλύβη του πια δεν τον χωρούσε. Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον πνευματικό. Σ’ όλη την διαδρομή βούιζε στα αυτιά του η απειλή: Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση. Κι ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.

Έφτασε όπως έφτασε ως την καλύβη της αναστάσεως. Έπιασε το ράσο του πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή, και την ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί εκείνος λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος. Μη φοβάσαι παιδί μου, ηρέμησε!

-Πώς να μη φοβηθώ πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα; πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουνε! Χριστέ μου σώσε με! Και πράγματι την καθορισμένη ώρα, δέχθηκε βίαια επίθεση των πονηρών πνευμάτων.

Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές! Σώσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Με παίρνουν! Σώσε με! Γονατίζει ο παπά-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα, δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες. Εισακούσθηκε η δέησή του. Και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από στόματος λέοντος. Με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπά-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε. Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη, χειροτονήθηκε αργότερα και ιερέας, και διακρινόταν πάντα για την ευλάβειά του.

τού π. Νίκωνα, Νέα Σκήτη

Πηγή: perivolipanagias

 

Π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός: Το φανερό και το κρυμμένο

Στην ζωή μας υπάρχουν πάντοτε δύο όψεις: το φανερό και το κρυμμένο. Όταν ταυτίζονται, τότε ο άνθρωπος είναι ειλικρινής. Όταν υπάρχει διάσταση ανάμεσά τους, άλλο δηλαδή είναι ο άνθρωπος και άλλο φαίνεται, τότε μας διακατέχει μία μορφή υποκρισίας.

Η πνευματική ζωή αποσκοπεί στο να ταυτίσει το φανερό με το κρυμμένο και να οδηγήσει και τα δύο προς τον Θεό, με χαρακτηριστικό σημείο συνάντησης την αρετή. Η αρετή είναι η φανέρωση στην πράξη του κρυμμένου ήθους που διαπνέει τον άνθρωπο.

Η αρετή είναι καρπός ελευθερίας και καλλιέργειας, άσκησης, αγώνα. Η ελευθερία έγκειται στο ότι το ήθος δεν επιβάλλεται, αλλά ελεύθερα επιλέγεται και διαμορφώνεται από τον άνθρωπο. Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κατ’ επιβολήν. Θα διαλέξουμε την αγάπη ως στάση ζωής και θα παλέψουμε να την καλλιεργήσουμε.

Θα αποδεχτούμε τις όψεις της που είναι η συγχώρεση, η θυσία, η προσφορά, η έγνοια για τον άλλον, η ανοχή και στις διάφορες περιστάσεις της ζωής μας θα προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τους λογισμούς μας, οι οποίοι μας οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Στον εγωκεντρισμό και την αυτάρκεια. Στην απαίτηση από τον άλλο. Για να γίνει η αγάπη έξη, επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, αλλά και στάση ζωής που θα μας χαρακτηρίζει, χρειάζεται άσκηση. Πίεση στον εαυτό μας. Επίγνωση ότι είναι προς αληθινό όφελός μας να αγαπούμε.

Εδώ χρειάζεται η παρουσία του Θεού. Ο άνθρωπος, όσο κι αν πιεστεί, δεν μπορεί αν δεν έχει ένα βαθύτερο κίνητρο, το οποίο ξεκινά από το πρότυπο της παρουσίας του Χριστού στην ζωή, να κρατηθεί στον αγώνα της αγάπης, στον αγώνα της αρετής. Κι αυτό το κίνητρο νοηματοδοτεί κάθε κόπο.

Όχι με την έννοια της ανταμοιβής, όπως οι καιροί μας θεωρούν, διότι ο μισθός έχει ένα όριο αντοχής. Κυρίως, με την αίσθηση της χαράς που η αρετή σε βάθος χρόνου προσφέρει και της συνάντησης με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και στην ζωή της Εκκλησίας. Αυτή η συνάντηση υπερβαίνει τα όρια του χρόνου. Και γίνεται μία μυστική βοήθεια, κρυμμένη για τους απέξω, αλλά λυτρωτική για όποιον την ζει.

Ο πολιτισμός μας ζητά και αυτός την ταύτιση του φανερού με το κρυμμένο. Δεν βλέπει όμως το κρυμμένο στην προοπτική της αρετής, αλλά της επιθυμίας. Να ικανοποιήσουμε ό,τι στο βάθος της ύπαρξής μας θέλουμε. Να απολαύσουμε αυτό που δεν τολμούμε να φανερώσουμε. Να γίνουμε ό,τι δεν είμαστε ή να φαινόμαστε ό,τι δεν είμαστε, προς δόξαν μας.

Δεν είναι κακό να επιθυμούμε. Κακό είναι να απουσιάζει η αρετή από την επιθυμία μας. Να είναι τα πάντα εγωκεντρικά. Η επιθυμία μας να μην γίνεται έξοδος από τα τείχη του εγώ μας, συνάντηση και χαρά και στον πλησίον, αλλά να τον εγκλωβίζει στην προοπτική της χρήσης του για να την ικανοποιήσουμε.

Ο Θεός κρύβεται στις καρδιές των ανθρώπων που αγαπούνε. Που αγωνίζονται χωρίς θόρυβο, αλλά γεμάτοι ελπίδα ο δικός Του τρόπος να αγκαλιάσει τον κόσμο. Να σώσει. Να ανοίξει την οδό της Βασιλείας! Σε μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του χρόνου, όπως τα Θεοφάνεια.

Με την Βάπτισή Του ο Χριστός φανερώνει την κρυμμένη βασιλεία στον κόσμο και μας καλεί στις σχέσεις μας, στον εαυτό μας, στην κοινωνία να γίνουμε αληθινοί αγαπώντας και παλεύοντας για την αρετή! Δρόμος αυθεντικός και ωραίος!

Πηγή: oikohouse

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Γιατί γίναμε ο σύγχρονος πύργος της βαβέλ

Ο πύργος της Βαβέλ! Διαβάσατε στην Αγία Γραφή για τον πύργο της Βαβέλ; Έλκος της γης! Έλκος της ανθρωπότητας μετά τον κατακλυσμό του Νώε. Όσο οι άνθρωποι ήταν ανήθικοι πριν τον Κατακλυσμό, τόσο μετά τον Κατακλυσμό ήταν άθεοι. Πότε πρόλαβαν; Πότε πρόλαβαν να ξεχάσουν τον Θεό οι απόγονοι του Νώε; Ο Νώε ήταν ο μοναδικός που σώθηκε από τον Θεό μετά τον Κατακλυσμό, λόγω της πίστης του και της δικαιοσύνης του.

Ο Κατακλυσμός, η τιμωρία του Θεού δεν βοήθησε καθόλου τους απογόνους του Νώε; Βοήθησε κάποιους ποτέ ο κόσμος δεν ξέμεινε από δίκαιους ανθρώπους αλλά πολλούς δεν τους βοήθησε.

Τότε αυτοί οι πολλοί αποφάσισαν να χτίσουν τον πύργο της Βαβέλ, για να δοξαστούν, λέγοντας τα εξής: «Ας χτίσουμε για τον εαυτό μας πόλη και πύργο του οποίου η κορυφή θα φτάνει μέχρι τον ουρανό, για να δοξαστούμε προτού διασκορπιστούμε στη γη» (Γέν. 11:4).

Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια; Όταν έλεγαν πως θα χτίσουν την πόλη, σημαίνει πως ήθελαν να ρυθμίσουν όλη την προσωπική και την κοινωνική ζωή τους χωρίς την ευλογία του Θεού. Όταν είπαν πως θα χτίσουν πύργο μέχρι τον ουρανό, έδειξαν πείσμα στον ουράνιο Θεό, εμπιστευόμενοι περισσότερο τις δυνάμεις τους παρά Αυτόν.

Όταν είπαν «για να δοξαστούμε», σημαίνει πως επιθύμησαν να δοξαστούν ανάμεσα στους ανθρώπους, επιθύμησαν να τους θαυμάζουν οι άνθρωποι, επιθύμησαν οι άνθρωποι να υποκλίνονται μπροστά τους. Όταν είπαν να μη διασκορπιστούν, αυτό σημαίνει πως ήθελαν να τακτοποιήσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τη θέλησή τους και σύμφωνα με τα σχέδιά τους, μη δίνοντας σημασία στο θέλημα του Θεού και στην πρόνοια του Θεού. Με μία λέξη: Όλα τα έκαναν για τη δική τους δόξα σε πείσμα του Θεού.

Αν θέλετε να ξέρετε τι όψη είχαν αυτοί οι απόγονοι του δίκαιου Νώε, οι οποίοι τόσο γρήγορα ξέχασαν τον Θεό, γυρίστε από την Ανατολή στη Δύση και κοιτάξτε τον σύγχρονο πύργο της Βαβέλ. Οι στόχοι του χτισίματος του ασιατικού πύργου της Βαβέλ και του σύγχρονου πύργου είναι ολόιδιοι. Η ίδια αρρώστια και στους παλιούς και στους σύγχρονους χτίστες: η απομάκρυνση από τον Θεό. Το κίνητρο και στις δύο περιπτώσεις ήταν: προσωπική και εθνικιστική δόξα, εναντίωση στον Θεό και στους ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό. Οι στόχοι του χτισίματος ήταν: να κάνουν τους εαυτούς τους Θεούς, να ρυθμίζουν τα πάντα με τη λογική, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στον Δημιουργό τους.

Τέσσερις είναι οι τοίχοι του νέου πύργου της Βαβέλ: ο πρώτος τοίχος είναι η επιστήμη, ο δεύτερος είναι η βιομηχανία, ο τρίτος είναι η πολιτική και ο τέταρτος τοίχος είναι ο εγωκεντρισμός.

Και οι τέσσερις τοίχοι δεν έχουν την ευλογία του Θεού και είναι ενάντια στον Θεό. Είναι σκοτεινοί σαν νύχτα χωρίς αστέρια και φεγγάρι. Σ’ αυτό τον πύργο κατοικούν κάποιοι σκοτεινοί άνθρωποι στους οποίους το σκοτάδι είναι πιο αγαπητό και από το φως. Από οποιαδήποτε πλευρά του πύργου και να σταθείτε, θα ακούσετε να φιλονικούν.

Μπροστά στον τοίχο των επιστημόνων θα ακούσετε παραμύθια για τον κόσμο και τον άνθρωπο και τόση φασαρία, που θα βιαστείτε να φύγετε μακριά.

Αν βρεθείτε στον τοίχο της βιομηχανίας, πάλι θα ακούσετε να φιλονικούν. Θα δείτε την ανοησία που υπάρχει στην αχρείαστη παραγωγή και καβγάδες όσον αφορά την εργασία και την αμοιβή της. Τα αυτιά σας θα πονέσουν.

Αν βρεθείτε μπροστά από τον τοίχο της πολιτικής, πάλι θα ακούσετε να καυγαδίζουν. Θα δείτε την ανοησία του κάθε πολιτικού, που προσπαθεί με αδικίες σε βάρος άλλων κομμάτων να προχωρήσει το δικό του κόμμα και με αδικίες σε βάρος άλλων λαών να δοξαστεί ο λαός του.

Ο καθένας ψάχνει τη δική του ανάσταση πάνω από τον τάφο του άλλου, τη δική του ευτυχία πάνω στην ατυχία του άλλου. Και να μη μιλάμε για τους καυγάδες των πολιτικών. Γι’ αυτούς χρησιμοποιούνται κάθε μέρα βαγόνια χαρτιού για να τυπωθούν εφημερίδες, οι οποίες γράφουν για τις κενοδοξίες, τις υποκρισίες και τους καυγάδες τους.

Στο τέλος, αν πλησιάσετε στον τέταρτο τοίχο, πάλι θα ακούσετε να φιλονικούν. Θα δείτε την ανοησία, επειδή ο εγωκεντρισμός από μόνος του είναι η πιο σκοτεινή ανοησία, η αιτία πολλών καβγάδων μεταξύ των ανθρώπων και των λαών.

Εδώ θα δείτε τον εγωκεντρισμό σ’ όλες τις μορφές του και μ’ όλες τις ονομασίες του: προσωπικός, ομαδικός, βιομηχανικός, πολιτικός, κομματικός και εθνικιστικός. Σκοτάδι χωρίς ούτε μία ακτίνα του ηλίου.

Φιλονικίες χωρίς τέλος. Όλη η ζωή σ’ αυτόν τον πύργο είναι ζωή χωρίς παιδεία, χωρίς χαρά, χωρίς νόημα, χωρίς αγάπη. Έρχεται στον άνθρωπο η επιθυμία να φωνάξει: Φύγετε τρέχοντας από αυτή τη γη που την παράτησε ο Θεός και την καταράστηκε.

Οι χτίστες δεν μπόρεσαν να τελειώσουν τον παλιό πύργο της Βαβέλ. Δεν τους άφησε ο Θεός, τους μπέρδεψε τη γλώσσα και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό το λόγο παράτησαν τη δουλειά τους και διασκορπίστηκαν σ’ όλο τον κόσμο, όπως το ήθελε ο Θεός. Και έτσι πραγματοποιήθηκε το θέλημα του Θεού και όχι το θέλημα των στενοκέφαλων και σκοτεινών ανθρώπων, των απογόνων του Νώε.

Αδερφοί μου, δεν βλέπετε πως ό Θεός μπέρδεψε τις γλώσσες και στους χτίστες του νέου πύργου της Βαβέλ; Κανένας κανέναν δεν καταλαβαίνει. Καθένας δικαιολογεί μόνο τον εαυτό του και κατακρίνει τούς άλλους. Ό καθένας αντιμάχεται τον Χριστό και τον πλησίον του.

Μπορεί μία τέτοια πόλη να επιβιώσει; Μπορεί ένας τέτοιος πύργος να φτάσει μέχρι τον ουρανό; Με τίποτε. Ό πύργος γκρεμίζεται και η πόλη ερημώνει.

Πραγματοποιείται το θέλημα του Θεού και όχι το θέλημα του ανθρώπου. Όταν ό Θεός θα θελήσει, τότε θα σηκωθούν όλοι οι λαοί του κόσμου εναντίον αυτού του νέου πύργου της Βαβέλ και θα έρθουν να τον καταστρέψουν συθέμελα.

Και όπως όλος ό κόσμος γελάει διαβάζοντας την ιστορία για το χτίσιμο του πρώτου πύργου της Βαβέλ και λέει: «Παρ’ όλο πού είχαν το παράδειγμα του προπάτορά τους, του δίκαιου Νώε, δεν ακολούθησαν το δρόμο του», έτσι θα γελάνε και οι μελλοντικές γενιές με τους λαούς του σύγχρονου πύργου της Βαβέλ και θα λένε: «Είχανε τον Χριστό, το Ευαγγέλιο, την Εκκλησία, τους αγίους ανθρώπους του Θεού, τους προπάτορές τους, αλλά δεν ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Αντίθετα, τους γύρισαν την πλάτη και μιμήθηκαν το παράδειγμα των άθεων χτιστών του πρώτου πύργου της Βαβέλ. Έτσι ο Θεός τούς χτύπησε και τους τιμώρησε. Δόξα και αιώνια ευχαριστία. Αμήν».

Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος, Μέσα από το παράθυρο της φυλακής. Μηνύματα στο λαό. Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012

Πηγή: orthodoxia

Γιατί ο Κύριος, επέλεξε τον Ιορδάνη ποταμό και όχι κάπου αλλού για να Βαπτισθεί;

Στον «Θησαυρό Δαμασκηνού» βρίσκουμε τις εξής πληροφορίες:
Στον Ιορδάνη ποταμό είχαν γίνει πολλά θαύματα και ήταν πλήρης χαρίτων, αγιασμένος και για αυτό ο Χριστός πήγε εκεί.

Ένα θαύμα είναι όταν διήλθε από αυτόν ο Ιησούς του Ναυή με την Κιβωτό την οποία την κρατούσαν οι δώδεκα ιερείς και με εντολή του Ιησού του Ναυή μπήκαν οι ιερείς με την κιβωτό. Τότε έγινε θαύμα παράδοξο: Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω και απέμεινε τόσο νερό, όσο ήταν αρκετό για να βραχούν οι ιερείς μόνο μέχρι τον αστράγαλο. Και έτσι έμειναν τα νερά έως ότου πέρασαν όλοι οι Εβραίοι.

Ένα άλλο θαύμα είναι όταν ο Ηλίας ο Προφήτης, πέρασε τον Ιορδάνη με τον Ελισσαίο, πάλι σαν σε στεριά, όταν ο Προφήτης Ηλίας «χτύπησε» με την μηλωτή του τον ποταμό και άνοιξε στο μέσον του δρόμος ώστε πέρασαν και οι δύο χωρίς να βραχούν. Τότε ο Ηλίας ανελήφθη στους ουρανούς (ανέβηκε με άμαξα πύρινη και με τέσσερα άλογα πύρινα, ως εις τον ουρανόν), και άφησε την μηλωτή του στον Ελισσαίο. Προσπάθησε λοιπόν με την σειρά του κατόπιν ο Ελισσαίος να «χτυπήσει» τα νερά για να περάσει πάλι πίσω και δεν έγινε τίποτα. Τότε επικαλέστηκε τον Θεό του Ηλία και αμέσως επαναλήφθηκε το θαυμαστό αυτό γεγονός

Άλλο πάλι είναι όταν ένας στρατηγός του Βασιλιά της Συρίας ο Νεεμάν είχε λέπρα και πήγε στον Προφήτη Ελισσαίο να τον θεραπεύσει. Εκείνος όμως καθόλου δεν τον συνάντησε, αλλά του διεμήνυσε να πάει να λουστεί στον Ιορδάνη ποταμό και θα γίνει καλά. Αυτός θύμωσε αρχικά, για την αντιμετώπισή του από τον Προφήτη, αλλά στο τέλος έκανε υπακοή και έγινε πράγματι εντελώς καλά.

Κάποτε πήγαν ξυλοκόποι στην όχθη του Ιορδάνου, για να κόψουν ξύλα. μεταξύ αυτών ήταν και ο Προφήτης Ελισσαίος. Εκεί, καθώς έκοβαν τα ξύλα ξεκόλλησε ο πέλεκυς από την λαβή και έπεσε το σιδερένιο μέρος του τσεκουριού στο ποτάμι μέσα. Τότε ο Προφήτης, πήρε την ξύλινη λαβή και την ακούμπησε στο χείλος του ποταμού και είπε : Δείξε θαύμα Θεέ μου. Και αμέσως ξεπήδησε το σιδερένιο μέρος από το ποτάμι και μπήκε στο μέσο της λαβής, και έγινε ως Σταυρός. Σε ένα τροπάριο του κοσμά του Μελωδού αναφέρεται αυτό το θαύμα που ήταν η προτύπωση του Αγίου Βαπτίσματος αλλά και του Τιμίου Σταυρού:

«Ο βυθώ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ανέδωκεν Ιορδάνης ξύλω, τω Σταυρώ και το Βαπτίσματι, την τομήν της πλάνης τεκμαιρόμενος». Ο Ιορδάνης που δέχτηκε μέσα του το σίδερο που κόβει, πάλι το έδωσε πίσω στο ξύλο του, και όπως με το τσεκούρι κόβονται τα ξύλα έτσι με τη Δύναμη του Σταυρού και του Αγίου Βαπτίσματος κόπηκε η πλάνη και η αμαρτία

Αλλά πολλά ακόμα θαύματα έγιναν, όπως ο Γεδεών ο Κριτής που τον πέρασε, Ο Ιακώβ ο υιός του Ισαάκ, ο αδελφός του Ησαύ, που και αυτός τον πέρασε με μία ράβδο, όπως λέει ο ίδιος «Εν γαρ τη ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην» κ.α.

Πηγή: yiorgosthalassis

Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος: Ο καλύτερος φίλος του Ηρώδη!

Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο σαν ένα οργισμένο, φωνακλά προφήτη, μόνιμα δυσαρεστημένο και κατσούφη, που φωνάζει με σκληρότητα στους ανθρώπους να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους για να μην τους θερίσει η οργή του Θεού και να μην καούν στην κόλαση.

 Μπορεί να ήταν και έτσι… Βέβαια η «οργή του Θεού» είναι μια εικόνα που συμβολίζει την εχθρότητα του ανθρώπου απέναντι στο Θεό και η κόλαση είναι η θέα του θείου φωτός ως φωτιάς λόγω του ανθρώπινου εγωισμού.

Όμως η αλήθεια είναι πως ο Άγιος Ιωάννης, όπως και όλοι οι προφήτες και οι άγιοι όλων των εποχών, εμπνευσμένοι από τη θεία χάρη, είχαν μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους και ακριβώς αυτή η αγάπη (κι όχι κάποιο σκληρό «αίσθημα δικαιοσύνης» ή κάποια δήθεν «προσβολή του Θεού» και τέτοια άσχετα) είναι που τους κάνει να ζητούν απ’ τους ανθρώπους να μετανοήσουν. Η μετάνοια είναι που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να σωθούν και η σωτηρία των ανθρώπων είναι η αληθινή έγνοια των προφητών και των αγίων, δηλ. η αληθινή έγνοια του Θεού που τους εμπνέει.

Στην περίπτωση του Ηρώδη, καταλαβαίνουμε πως ο Άγ. Ιωάννης δεν ήταν καθόλου εχθρός του, αλλά, αντίθετα, ήταν ο καλύτερος φίλος του ή μάλλον ο μοναδικός του φίλος, αφού ο Ηρώδης, που ήταν πολύ κακός, μάλλον δε θα ’χε άλλους αληθινούς φίλους…

Είναι γνωστό σε όλους πως ο Πρόδρομος έκανε αυστηρή κριτική στον Ηρώδη, επειδή είχε κλέψει τη γυναίκα του αδερφού του, την Ηρωδιάδα, και την είχε κάνει επίσημη ερωμένη ή ίσως σύζυγό του. Ο Ηρώδης τον έβαλε φυλακή και με τη γνωστή ραδιουργία της Ηρωδιάδας, στο χορό της κόρης της, της Σαλώμης (που γοήτευσε σεξουαλικά, προφανώς, τον Ηρώδη και όλους τους «υψηλούς» καλεσμένους στα γενέθλιά του), η κεφαλή του Αγ. Ιωάννη τοποθετήθηκε σ’ ένα πιάτο και προσφέρθηκε στην έφηβη Σαλώμη, η οποία την πρόσφερε στην πανούργα μητέρα της (ο Θεός να τους συγχωρέσει όλους και όλες).

Να πούμε εδώ πως αυτός ο Ηρώδης ήταν ο Ηρώδης ο 2ος (Ηρώδης Αντύπας), γιος του παλιού Ηρώδη που είχε κάνει τη σφαγή των νηπίων, δηλ. του Ηρώδη του Τετράρχη, του λεγόμενου «Μεγάλου» (και καλά) Ηρώδη.

Γιατί όμως ο Άγιος έκανε κριτική στον Ηρώδη; Για να του κάνει πολιτική ζημιά; Για να δώσει αφορμή σε επαναστάτες να τον πολεμήσουν; Για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους, τέλος πάντων; Δεν έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως ο Άγιος είχε τέτοια κίνητρα. Ξέροντας την παράδοση των αγίων, καταλαβαίνουμε κάτι άλλο: ο Άγιος Ιωάννης έκανε κριτική στον Ηρώδη για να τον σώσει! Και, μαζί μ’ αυτόν, να σώσει και την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα που τελικά τον σκότωσε. Πώς να τον σώσει; Βοηθώντας τον, με την κριτική του, να σταματήσει την αμαρτία διαρκείας που διέπραττε, τη μοιχεία.

Άρα ο Ιωάννης ήταν ο καλύτερος, ή ο μόνος, φίλος του βασιλικού ζεύγους, γιατί ήταν ο μόνος που τολμούσε με τόσο θετικά γι’ αυτούς κίνητρα να τους πει ξεκάθαρα πως είναι αμαρτωλοί και να τους καλέσει στη σωτήρια μετάνοια.

Αλλά το ότι ο άγιος αγαπούσε τον Ηρώδη φαίνεται κι από κάτι άλλο. Στο κατά Μάρκον ευαγγέλιο, κεφ. 6, στίχοι 19-20, γράφει για το διάστημα που ο άγιος ήταν στη φυλακή: «η δε Ηρωδιάς ενείχεν αυτω και ήθελεν αυτόν αποκτείναι, και ουκ ηδύνατο ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον, και συνετήρει αυτόν, και ακούσας αυτού πολλά εποίει και ηδέως αυτού ήκουε».

Δηλαδή: «η Ηρωδιάδα κατηγορούσε τον Ιωάννη και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δε μπορούσε, γιατί ο Ηρώδης σεβόταν τον Ιωάννη, ξέροντας πως είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον κρατούσε ζωντανό, και έκανε πολλά ακούγοντας τις συμβουλές του και τον άκουγε με ευχαρίστηση» (να μια ακόμη περίπτωση που η λέξη «φοβάμαι» θα πει «σέβομαι», όπως στο γνωστό «η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα»).

Το ότι ο Ιωάννης δεχόταν να συζητάει με τον Ηρώδη μέσα στη φυλακή και μάλιστα τον συμβούλευε σε μερικά πράγματα προφανώς για να είναι σωστός και δίκαιος φανερώνει πως ο άγιος δεν του κρατούσε κακία, δεν τον μισούσε, αλλά, αντίθετα, τον αγαπούσε!

Η στάση αυτή δίνει ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα του πώς ένας Άγιος γίνεται επαναστάτης απέναντι στη διεφθαρμένη εξουσία. Την ελέγχει με θάρρος, αλλά όχι με μίσος. Μισεί τη διαφθορά, την κατάχρηση εξουσίας και την αμαρτία, αλλά συνεχίζει ν’ αγαπάει τους ανθρώπους, ακόμη κι όταν είναι διεφθαρμένοι & αμαρτωλοί, και να προσπαθεί για τη σωτηρία τους, αν φυσικά το θέλουν. Τη στάση του αυτή δεν την αλλάζει, δίνοντας γι’ αυτούς ακόμα και τη ζωή του.

ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

Εσύ που υπήρξες τόσο μεγάλος νηστευτής, πρότυπο εγκράτειας,
εσύ που είχες βρει το δρόμο
για να τρέφεις το πνεύμα σου,
για να εξυψώνεσαι σε ουράνια μήκη και πλάτη (διαθέσιμα για όλους μας),
βοήθησέ με να κόβω έστω και μια μπουκίτσα
από τα πλούσια εδέσματά μου -δείγμα τού λιμού της ψυχής μου!

Πηγή: vimaorthodoxias

Άγια Θεοφάνεια: Ο Μεγάλος Αγιασμός

Μεγάλος Αγιασμός ονομάζεται η Ακολουθία που τελείται στο Ναό δύο φορές το έτος (5 και 6 Ιανουαρίου) σε ανάμνηση της Βαπτίσεως του Κυρίου Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη υπό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως τελούμενος στους Ναούς κατά την 1η εκάστου μηνός και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις (θεμελιώσεις οίκων, εγκαίνια καταστημάτων, δημοσίων έργων κτλ.). Και στις δύο ημέρες, παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων, τελείται η Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.

Δεν τίθεται θέμα ποιος είναι αγιότερος και ποιος λιγότερο άγιος, καθώς και οι δύο τύποι αγιασμού είναι αγιασμένοι από τη ζωοποιό χάρη του αγίου Πνεύματος.
Ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή και ανήμερα της γιορτής των Θεοφανείων είναι ακριβώς ο ίδιος.

Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό, σε ειδική φιάλη. Σκοπός της πράξης αυτής είναι η διευκόλυνση των πιστών και η εξυπηρέτηση των αναγκών τους: όταν κάποιος είναι ασθενής «εις αγιασμόν και ίασιν ψυχής τε και σώματος» και στην περίπτωση που κάποιος χριστιανός δεν μπορεί να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γιατί διατελεί κάτω από κάποιο παιδαγωγικό επιτίμιο του πνευματικού του.

Ο Μέγας Αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Κυρίου στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν θεωρείται υποκατάστατο, ούτε όμοιο και ισότιμο. Απλώς δίδεται ως μία παρηγοριά στους χριστιανούς που δεν μπορούν να κοινωνήσουν και για να ενισχυθούν στον αγώνα τους για την μετάνοια.

Ο Μέγας Αγιασμός δύναται να φυλάσσεται κατ’ οίκον προς εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών. Αυτό αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της Ακολουθίας: «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκον, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον» καθώς επίσης και στον λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει σχετικά: «κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση για την κατ’ οίκον διατήρηση του καθαγιασμένου ύδατος είναι η ευλαβής και μετά μεγίστης προσοχής φύλαξή του.

Έτσι, ο Μεγάλος Αγιασμός (της παραμονής των Θεοφανείων) είναι δυνατόν να φυλάσσεται και στα σπίτια των ευσεβών χριστιανών όλο το χρόνο για τον αγιασμό τους «δια του ραντισμού και της μεταλήψεως», καθώς για να αγιάζουν τα ίδια τα σπίτια τους, τους κήπους, τα σπαρτά τους, τα ζώα, τα οχήματα τους κλπ. Είναι καλό να χρησιμοποιείται και για την προφύλαξη μας από τη βασκανία και κάθε σατανική ενέργεια και όχι άλλα δεισιδαιμονικά ξόρκια, λάδια, ξεματιάσματα κλπ.

Εξυπακούεται πως στο σπίτι, διατηρούμε τον Αγιασμό (Μικρό ή Μεγάλο) στο εικονοστάσιο, όπου καίει κανδήλα και πως τα μέλη της οικογενείας αυτής επιμελώς θα αποφεύγουν τις αφορμές και αιτίες της αμαρτίας που φυγαδεύουν την θεία χάρη.

Δεν νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων για να πιούμε την άλλη μέρα τον Μεγάλο Αγιασμό, αλλά νηστεύουμε ως προπαρασκευή για την μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, που ακολουθεί. Αυτό άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους.

Στην πρώτη Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων γινόταν η Βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλαδή των νέων χριστιανών (όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής). Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο Αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος. Τότε εισήχθη η συνήθεια (όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους προς ευλογία και να το διατηρούν όλο το χρόνο. Αργότερα όμως η Ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων» όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού.

Νωρίς επίσης επικράτησε και η συνήθεια της νηστείας προ της εορτής των Θεοφανείων (δηλ. την παραμονή) για δύο λόγους: Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή (που αναφέρεται δηλαδή στο πρόσωπο του Δεσπότη Χριστού) προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Έτσι, η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την γιορτή, όπως προαναφέραμε. Νηστεύουμε μόνο μία ημέρα για τη μεγάλη αυτή εορτή και όχι περισσότερες ημέρες γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο. Επίσης, παλαιά συνήθεια ήταν αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι ανάδοχοι, οι συγγενείς αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων».

Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών. Μολαταύτα η νηστεία της παραμονής, αν και δεν συνδέεται, όπως αναφέραμε παραπάνω, με την μετάληψη του αγιασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρηθεί.

 Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε τα εξής: Για την μετάληψη του μεγάλου Αγιασμού απαιτείται τέλεια αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου της προηγούμενης ημέρας μέχρι της μεταλήψεως. Εξαίρεση αποτελεί η έκτακτη μετάληψη αγιασμού σε περιπτώσεις ασθενειών, κινδύνων κτλ. Και εκεί όμως η πνευματική νηστεία είναι απαραίτητη.

Γι’ αυτούς που τον πίνουν γιατί δεν μπορούν να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ας νηστεύουν όσο ορίσει σε αυτούς ο πνευματικός τους. Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό, που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία «απέχοντες από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού».

Ο Αγιασμός είναι πράγματι ένα πολύτιμο και ιερότατο πνευματικό εφόδιο, το οποίο με πολύ σοφία προσφέρει η Εκκλησία σε όλους μας. Μέσω αυτού ο πιστός εξαγιάζεται, χαριτώνεται και ενδυναμώνεται στον πνευματικό αγώνα του.

Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται από όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, μεγάλη προσοχή στη διατήρηση των ορθών παραδόσεων που συνοδεύουν αυτό το θείο δώρο, το πλήρες χάριτος και θεϊκής ευλογίας, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις που όσο ευλαβείς και αν είναι δεν συνάδουν με τα παραδεδομένα.

Πηγή: orthodoxia

H νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων

Συνήθως λέγεται ὅτι ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν κοινωνία ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ ἡ νηστεία μίας ἡμέρας.

Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ λεχθοῦν δύο λόγια, γιατί εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ συζητούμενα θέματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ πιστοὶ τὴ συμβουλὴ τῶν ἱερέων.

Ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμὸς «τὰ δευτερεῖα ἐπέχει τῶν Θείων Μυστηρίων»(Εὐχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] τοῦ ἔτους 1538), εἶναι δηλαδὴ τὸ δεύτερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία ἱερώτατον «Μυστηριακὸν εἶδος» (κατὰ τὴ σχολαστικὴ ὁρολογία), κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει.

Εἶναι τὸ «ὕδωρ τῆς ἀναγεννήσεως» τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ποὺ διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος«ἀναστοιχειοῦται» (ἢ «μεταστοιχειοῦται»), κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας (Εἰς Ἰωάννην Β΄ 1), καὶ γίνεται «ἀφθαρσίας πηγή, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον» γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ μεταλαμβάνουν ἢ χρίονται ἀπὸ αὐτό, πάροχο ἁγιασμοῦ καὶ εὐλογίας σ’ ὁλόκληρη τὴν κτίση.

Ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι καταφανὲς καὶ ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν καθαγιαστικῶν εὐχῶν, καὶ ἀπὸ τὴν παλαιά, καὶ τὴ σύγχρονη ἀκόμα, πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βάπτιζε καὶ βαπτίζει σ’ αὐτὸ τοὺς κατηχουμένους, καὶ ἀπὸ ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ποὺ θεωρεῖ μάλιστα ἀντιστρόφως τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος «κατ΄ οὐδὲν ἐλαττούμενον τοῦ τῶν ἁγίων Θεοφανείων» (Διάλογος, κεφ. 70).

Ὡς τέτοιο δίδεται ἀντὶ τῆς Θείας Κοινωνίας στοὺς πιστούς, ποὺ γιὰ κάποιο λόγο κωλύονται νὰ προσέλθουν σ’ αὐτήν.

Αὐτὸ ἀκριβῶς προκάλεσε δύο εὐλαβεῖς παρεξηγήσεις: ὅτι δηλαδὴ ὑποκαθιστᾶ τὴ Θεία Μετάληψη, ὡς κατὰ κάποιο τρόπο ἴσο μὲ αὐτήν, καὶ ὅτι κατ’ ἀναλογίαν προηγεῖται τῆς πόσεώς του νηστεία.

Τὸ πρῶτο δὲν θὰ ἔπρεπε κἄν νὰ συζητεῖται, γιατί εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ μέγας Ἁγιασμὸς εἶναι μὲν γιὰ τοὺς λόγους ποὺ εἴπαμε τὸ ἱερότερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία εἶδος, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ εἶναι κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, οὔτε ποτὲ τὴν ἀντικαθιστᾶ.

Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει ἡ λαϊκὴ ἀντίληψη ὅτι τὰ Θεοφάνεια δὲν κοινωνοῦμε, γιατί θὰ πάρουμε ἁγιασμὸ καὶ «εἶναι τὸ ἴδιο».

Ὅσο δὲ γιὰ τὴ νηστεία πρὸ τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ, καὶ αὐτὴ μᾶλλον καλλιεργήθηκε κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ νεώτερο ἔθος τῆς νηστείας πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας, ποὺ δὲν μπόρεσε ὅμως καὶ αὐτὴ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ τριήμερη, λόγω τοῦ ὅτι οἱ πρὸ τῶν Θεοφανείων ἡμέρες τοῦ ἑορταστικοῦ δωδεκαημέρου ἔχουν «κατάλυσιν εἰς πάντα», πλήν, ἐννοεῖται τῆς Παραμονῆς.

Ὅσο γιὰ τὴ νηστεία αὐτὴ τῆς Παραμονῆς, ποὺ κοινῶς θεωρεῖται ὅτι γίνεται γιὰ τὸν Ἁγιασμό, εἶναι ἄσχετη μὲ αὐτὸν καὶ τηρεῖται, εἴτε πρόκειται κανεὶς νὰ κοινωνήσει ἀπὸ αὐτὸν εἴτε ὄχι. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν καταλύεται μετὰ τὴν τυχὸν πόση τοῦ ἁγιασμοῦ κατὰ τὴν Παραμονή.

Ἔχει δὲ τὴν ἀρχή της στὸ ἀρχαῖο ἔθος νὰ προηγεῖται τῶν μεγάλων ἑορτῶν μία ἡμέρα νηστείας τῆς Ἐκκλησίας ὅλης, εἴτε γιὰ τὸ Βάπτισμα τῶν Κατηχουμένων, ὅπως κοινῶς λέγεται, ποὺ ἐγίνετο κατ’ αὐτές, εἴτε, ἀσχέτως μᾶλλον πρὸς αὐτό, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τρόπους ἐξάρσεως τῆς κυρίας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς καὶ προπαρασκευῆς γι’ αὐτὴν μὲ νηστεία, ἐγκράτεια καὶ προσευχή.

Ὅτι δὲ δὲν ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ ἁγιάσματος, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἁγιασμὸς ὄχι μόνον τελεῖται ἑπομένως καὶ πίνεται καὶ κατὰ τὴν Παραμονή, κατὰ τὸ νεώτερο ἔθος, τῆς ὁποίας Παραμονῆς δὲν προηγεῖται ποτὲ νηστεία, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι συχνὰ συμβαίνει καὶ ἡ Παραμονὴ νὰ μὴν εἶναι νήστιμος ἡμέρα, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή.

Δὲν προηγεῖται δηλαδὴ τῆς πόσεως τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ νηστεία; Βεβαίως, ναί. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι νοητὸ νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἢ μακροτέρας διαρκείας ἀπὸ τὴν προβλεπομένη γιὰ τὴν προσέλευση στὴ Θεία Κοινωνία νηστεία, τὴ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία».

Καὶ αὐτή, ὅπως καὶ ἄλλοτε μᾶς δόθηκε ἀφορμὴ νὰ γράψουμε, εἶναι σαφὴς καὶ ἀπαράβατος, μὲ μόνιμη ἐξαίρεση ὅταν ὑπάρχει κίνδυνος θανάτου. Ἡ τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ τοῦ μεσονυκτίου, τῆς προηγούμενης ἡμέρας μέχρι τῆς κοινωνίας, ὁποιαδήποτε ὥρα κι ἂν γίνεται αὐτή, τὸ πρωὶ δηλαδὴ κατὰ τὶς μὴ νήστιμες ἡμέρες καὶ τὸ ἑσπέρας κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας.

Ὅπως δὲ εἴδαμε, ἡ τέλεση καὶ ἡ πόση τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ προβλέπεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική μας τάξη καὶ παράδοση μετὰ τὴ Θεία Μετάληψη καὶ πρὸ τῆς βρώσεως τοῦ ἀντιδώρου, δηλαδὴ λειτουργικότερα τὸ ἐπαναλαμβάνουμε μεταξύ τῆς ἐκφωνήσεως τῆς εὐχῆς τῆς εὐχαριστίας μετὰ τὸ «πάντας μεταλαβεῖν» («Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν…»), κατὰ τὴν παλαιοτέρα τάξη, ἢ μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνο εὐχή, κατὰ τὴ νεωτέρα, καὶ τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον…» καὶ τὴν ἐπακολουθοῦσα διανομὴ τοῦ ἀντιδώρου καὶ ἀπόλυση.

Ἡ νηστεία, κατὰ τοὺς πατέρες καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι«μέγα καλόν». Κινεῖται ὅμως μέσα σὲ ὁρισμένες ἀπὸ τὴν παράδοση προδιαγραφὲς χρόνου καὶ ποιότητος, ποὺ καλούμαστε νὰ προβάλλουμε καὶ νὰ ἀξιοποιοῦμε.

Ἡ ἐπέκτασή της ὅμως πέραν τῶν ὁρίων αὐτῶν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἀποβαίνει τελικῶς εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας διὰ τῆς μεταλήψεως καὶ τοῦ ραντισμοῦ διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων.

Καλὸς συμβιβασμὸς τῆς παλαιᾶς μὲ τὴ νεωτέρα παράδοση μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ σύσταση ξηροφαγίας κατὰ τὸ δεῖπνο τῆς Παραμονῆς, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή. Ἡ ἐπέκταση δηλαδὴ κατὰ κάποιο τρόπο τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας μέσα σὲ λογικὰ ὅρια.

Ἀπό τὸ βιβλίο: «Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας», Ε΄, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Πηγή: oikohouse

Θα αναγνωρίζουμε συγγενείς και φίλους στον Παράδεισο;

Στόν Παράδεισο θά γνωρίζουμε τούς πρίν άγιους όπως στή Μεταμόρφωσι γνώρισαν τό Μωυσή καί τόν Ήλία (Μθ I 7, 3). «Στόν ούρανό δέν θά είμαστε άσφαλώς σάν περιπλανώμενα ιερογλυφικά, άλλά ό ένας θά άναγνωρίζη τόν άλλο’»,

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης γράφει: «Βλέπουν καί γνωρίζουν τούς δικαίους όχι μόνο τούς γνωστούς, ‘άλλα και τούς αγνώστους· βλέπουν δε και αύτούς πού αδικήθηκαν άπό αύτούς, άλλά από μακρυά, διότι απέχουν πολύ από τήν άπόλαυσι της αιώνιας βασιλείας και δόξας.

Βλέπει ό μέν πλούσιος ό άνελεήμων και το Λάζαρο πού δεν ελεήθηκε άπ’ αυτόν· ή δε άσελγής Αιγύπτια και τη Σωσάννα τη σώφρονα και τόν Ιωσήφ, τόν όποιο πείραξε και συκοφάντησε· ή δε άδικη Ίεζάβελ και τόν Ήλία το δίκαιο και το Ναβουθαί, τόν όποιο άδίκησε· ό δέ Νέρων ό τύραννος και τόν Κωνσταντίνο τόν ίσαπόστολο και τόν Πέτρο και Παύλο και τούς άλλους άγιους πού φονεύθηκαν άπ’ αυτόν. Επιβεβαιώνει τήν έννοια αύτή ό λόγος τού Κυρίου, «όψονται εις όν [τό Σταυρό (πάνω στόν όποιο)] έξεκέντησαν (τρύπησαν [τό Χριστό])»(Ίω I 9, 37)· αύτό τό εκφράζει πιό διεξοδικό ό σοφός Σολομών, λέγοντας· «Τότε στήσεται έν παρρησία πολλή ό δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν και των άθετούντων τούς πόνους αυτού. Ίδόντες, ταραχθήσονται φόβω δεινω και έκστήσονται επί τω παραδόξω τής θεωρίας»(ΣΣολ 5,I -2)

Διευκρινίζει, επίσης: «Αν οί δίκαιοι βλέπουν και άναγνωρίζουν τούς καταδίκους, έπεται τό ότι θλίβονται, επειδή είναι εύσπλαχνοι και φιλάνθρωποι, ή δε θλίψι μικραίνει τήν τελειότητα της χαράς και της μακαριότητας τους. Ή απορία αύτή δέχεται δύο λύσεις, Ιδού ή πρώτη· Οι δίκαιοι δέν βλέπουν καθόλου τούς αμαρτωλούς στόν άδη, λέχθηκε δε αύτό γιά τήν ακολουθία του παραβολικού λόγου, άν και δεν ταιριάζη στό σκοπό της παραβολής, όπως και κάποια λόγια των άλλων παραβολών δεν ταιριάζουν στόν παραβολικό σκοπό…

Ιδού και ή δεύτερη λύσι· Ή παραβολή μιλάει γιά όσα συμβαίνουν πρίν τη Β’ Παρουσία και τήν κρίσι και άπόφασι του Θεού, κατά τόν καιρό πού ούτε οί άγιοι άπολαμβάνουν το τέλειο της μακαριότητος, ούτε οί άμαρτωλοί το τέλειο της κολάσεως· έτσι ή θλίψι των δικαίων από τη συμπάθεια σημαίνει το άτελές της άπολαύσεως της θείας δόξας· αύτό, όμως, διαρκεί ως τήν ημέρα της κρίσεως· θλίβονται δε ως τότε, βλέποντας και αναγνωρίζοντας τούς κολαζομένους, γιά νά πρεσβεύουν έκτενώς γιά τη σωτηρία και άπολύτρωσί τους

«Ένας Ούαλός ιεροκήρυκας ρωτήθηκε κάποτε άπ’ τη γυναίκα του, άν θά γνωρίζονταν στόν ούρανό.
—Βεβαίως, άπάντησε εκείνος. Δεν πιστεύω νά νομίζης, ότι εκεί πάνω θά ‘μασθε πιό ατελείς απ’ ό,τι εδώ στή γή.

Κι άφού άφαιρέθηκε γιά λίγο στούς στοχασμούς του, πρόσθεσε:

—Όμως μου φαίνεται, άγαπητή μου, ότι μπορεί νά κάθωμαι δίπλα σου στόν ούρανό χίλια χρόνια, χωρίς νά σέ προσέξω, διότι το πρώτο πράγμα το όποιο θά κάνω όταν φθάσω εκεί θά ‘ναι νά δώ και νά λατρεύσω τόν άγαπητό μου Κύριο κι άλήθεια δεν μπορώ νά σού πώ πότε θά ‘χω μιά στιγμή διαθέσιμη γιά νά δώ κάτι άλλο, εκτός απ’ τόν Λυτρωτή μου».

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ. Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ.

Πηγή: orthodoxathemata

Η χαρτοπαιξία

Yπάρχει, αγαπητοί μου, μια κοινωνική πληγή, που μοιάζει με φοβερό φίδι. Tο φίδι αυτό όλο το χρόνο λουφάζει. Tώρα στις εορτές βγαίνει. Ποιό είναι το φίδι;

Ας γελάς εσύ που μ’ ακούς, όποιος και νά ‘σαι. Eγώ θα σου πω την αλήθεια, και αδιαφορώ τι θα πεις εσύ. Tο φίδι, λοιπόν, που μαστίζει την κοινωνία τις ημέρες αυτές και ιδίως τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, είναι η χαρτοπαιξία. Mεγάλο φίδι…

– Δε’ μ’ αφήνεις ήσυχο να παίξω για το καλό του χρόνου; σου λέει ο άλλος.

«Για το καλό του χρόνου»; Mα δε’ φέρνει κανένα καλό η χαρτοπαιξία. Δεν είναι αθώο παιχνιδάκι. Eίναι παιχνίδι δαιμονικό. Eίναι σατανάς ολόκληρος με εκατόν πενήντα κέρατα.

1. Παίζεις χαρτιά; Πρώτα  πρώτα χάνεις το χρόνο σου. Hξερα ένα παιδί που ήρθε πρώτος στο πανεπιστήμιο στην Aθήνα. Tον πρώτο χρόνο πήγαινε καλά, έπαιρνε και υποτροφία. Tο δεύτερο χρόνο έμπλεξε με παρέες και τον μάθανε να χαρτοπαίζει. E, μέχρι σήμερα δίπλωμα δεν πήρε. Aντί να ξενυχτά στα γράμματα, ξενυχτούσε στό χαρτοπαίγνιο. Eτσι καταστράφηκε. Oι χαρτοπαίκτες χάνουν το χρόνο τους. Nα χτυπήσει η Eκκλησία την καμπάνα και να καλέσει σε αγρυπνία, δεν έρχονται. Oταν όμως ο σατανάς καλεί για χαρτοπαίγνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρόνο τους.

2. Παίζεις χαρτιά; Xάνεις κάτι ακόμα ανώτερο· χάνεις την ειρήνη της ψυχής σου. Γιατί; Γιατί από την ώρα που θα πιάσεις το χαρτί στα χέρια, έρχεται ένας σκορπιός και σέ τσιμπάει· Aχ θα κερδίσω;… Kαι ο άνθρωπος μπαίνει σέ μια διαρκή αγωνία. Kι όπως λένε οι γιατροί, οι χαρτοπαίκτες είναι νευρικοί, και οι περισσότεροι πεθαίνουν καρδιακοί.

3. Παίζεις χαρτιά; Παραβαίνεις εντολή του Θεού. Ποιά εντολή; Tο «Oυ κλέψεις» (Eξ. 20,14), δεν επιτρέπεται να κλέψεις. Mπα; θα πεις. Mάλιστα. Δεν είναι κλέφτες και λησταί μόνο αυτοί που γυρίζουν στα βουνα ή μ’ ένα πιστόλι μπαίνουν στις τράπεζες και γδύνουν τους ανθρώπους και τα ταμεία. Γκάγκστερ και λησταί είναι και οι χαρτοπαίκτες. «Eλα απόψε να περάσουμε μια ωραία βραδιά· θα έχουμε ζεστασιά, γλυκά, πιοτό, το ένα το άλλο…». Aυτα είναι τα δολώματα. Oπως το ποντικάκι με το τυρί μπαίνει στη φάκα, έτσι κ’ εδώ. O πιό καπάτσος, με μαεστρία, κλέβει ή αλλάζει τα χαρτιά, και στό τέλος μαδάνε τον αφελή, σαν κοττόπουλο που του βγάζουν όλα τα φτερά. Bγαίνει πια τις πρωϊνές ώρες ζαλισμένος, στενοχωρημένος, χωρίς λεπτά και σπίτι. Oι επιτήδειοι στα τυχερά παιχνίδια είναι κλέφτες και λησταί. Δεν το λέω εγώ· το λέει ο μεγάλος φιλόσοφος Aριστοτέλης. Tώρα εσύ τί λες, ότι το χαρτοπαίγνιο είναι αθώο;

4. Παίζεις χαρτιά; Kαταστρέφεις το σπίτι σου. Oταν ήμουν στα Γιάννενα, μια μέρα μου λένε· «Eλα, πάτερ μου, να δεις τα χάλια μας». Πάω σ’ ένα σπίτι εκεί κοντα στή λίμνη. Mπήκα μέσα, τί να δω; Pημαγμένο το σπίτι. δεν είχαν καρέκλα να καθήσουν. Γυμνή η γυναίκα, τα παιδια πεινασμένα, ελεεινά. Oύτε κάρβουνο για τη φωτιά, ούτε τίποτα. Που είναι ο άντρας; ρωτώ, δουλεύει; «Aχ, πάτερ μου, μόλις βασιλέψει ο ήλιος και μέχρι τις πρωϊνές ώρες πάει στα χαρτιά. Kι ό,τι κερδίζει τα παίζει, και μας αφήνει νηστικούς και γδυτούς…».

5. Aλλα κ’ ένα άλλο κακό. Παίζεις χαρτιά; Mυστήριο πράγμα· αυτός που χαρτοπαίζει είναι γεμάτος προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Mου ‘λεγε ένας καλός παπάς· Δεν ξέρω πώς μπήκα σ’ ένα σπίτι και είδα να στρώνουνε την πράσινη τσόχα. Στάθηκα να δω τί κάνουνε. Mόλις όμως βρέθηκα πάνω απ’ το κεφάλι ενός, μ’ έδιωξε· «Φύγε από μένα, παπά!». Διώχνανε τον παπά, γιατί θεωρούσαν ότι θα τους φέρει γρουσουζιά. Aντιθέτως, για νά ‘χουν γούρι όπως λένε, παίρνουν κοντά τους διεφθαρμένα γύναια. Aυτό είναι πρόληψις. O παπάς θα τους κάνει κακό· αν βρούν καμμια πόρνη, την παίρνουν κοντά τους, νά ‘νε πάνω απ’ το κεφάλι τους… Ας είναι επιστήμονες με διπλώματα, ας κάνουν τον έξυπνο. Tους έχει πιάσει για καλα ο διάβολος και τους ξευτελίζει.

6. O χαρτοπαίκτης όμως εκτός από δεισιδαίμων γίνεται και αλκοολικός. Γιατί τόσες ώρες εκεί, τα νεύρα κουράζονται και θέλουν ενίσχυσι. Γι’ αυτό κατεβάζουν συνεχώς οινοπνευματώδη ποτά. Eτσι οι περισσότεροι χαρτοπαίκτες γίνονται αλκοολικοί.

7. O χαρτοπαίκτης ακόμα, κοντα στα άλλα, γίνεται βλάστημος. Ω Θεέ μου, άλλο κι αυτό το αμάρτημα! Oταν χάνει, αντί να χτυπά το κεφάλι του, τί κάνει; Bλαστημά το Θεό, την Παναγία, τους αγίους, τα πάντα. Oι μεγαλύτερες βλαστήμιες ακούγονται στα χαρτοπαίγνια.

8. Kαι το τέλος ποιό είναι; Eμένα ρωτάτε; Oι χαρτοπαίκτες συνήθως δεν κερδίζουν τα χρήματα δουλεύοντας με το φτυάρι και τον κασμά· στην πλάτη τους τα κολλάνε. Στό τέλος όμως πεθαίνουν πολλές φορές, αφού τα ξεράσουν όλα. Eτσι κάνει ο διάβολος· σου τα δίνει στην αρχή, και μετα στο τέλος τα παίρνει όλα. Εάν εξετάσετε, θα δήτε, ότι διάσημοι παίκτες των καζίνων δεν είχαν καλό τέλος. Tο τέλος τους ποιό ήταν; H αγχόνη· αυτοκτόνησαν. Eκατό μεγάλοι χαρτοπαίκται έχουν αυτοκτονήσει. Eκεί καταλήγει το κακό αυτό.

Ας προσθέσουμε σ’ αυτά, ότι και ιστορικώς αποδεικνύεται ο όλεθρος της χαρτοπαιξίας. Θά ‘χετε ακούσει για τη Pωμαϊκή αυτοκρατορία. Oι στρατιώτες της Pώμης ξαπλώσανε σ’ όλο τον κόσμο και κατέκτησαν όλα τα βασίλεια. Στην αρχή οι Pωμαίοι ήταν πειθαρχημένοι και δίκαιοι. Στο τέλος όμως, όταν μαζέψανε λεπτά, γύρισαν στη Pώμη, κ’ εκεί το ρίξανε έξω· διασκεδάσεις, πιοτό, γυναίκες, και χαρτοπαίγνιο. Oλη η Pώμη χαρτόπαιζε! Πρώτα χαρτιά και ζάρια δεν ξέρανε. Mετά ξέρετε πού φθάσανε; Bάζανε στην πλάτη τα χρηματοκιβώτια, και πηγαίνανε στα χαρτοπαικτικά κέντρα, και παίζανε από ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου. Παίζανε λεπτα και περιουσίες, παίζανε τα αξιώματά τους, παίζανε πού καταντά ο άνθρωπος! ακόμα και τα ρούχα τους. Παίζανε τα πάντα, και τελευταία τί παίζανε; Tην τιμή τους! Παίζανε ακόμα και τη γυναίκα τους! Tέτοια διαφθορά, όπως βεβαιώνει ο ιστορικός Tάκιτος.

Γι’ αυτό ο Δάντης, μεγάλος ποιητής, σ’ ένα ποίημα για την κόλασι, εκεί σε κάποιο κύκλο της κολάσεως έβαλε και τους χαρτοπαίκτες. Bλέπεις, λέει, τα σπίτια αυτα που γίνεται το χαρτοπαίγνιο; (σήμερα θα έλεγε τις λέσχες και τα καζίνο)· έχουν δυό πόρτες· μία εισόδου και μία εξόδου. Στην ε­σοδο γράφει ελπίδα, και στην έξοδο όλεθρος, καταστροφή.

Kαι το αποκορύφωμα του κακού. Που βλέπουμε τους χαρτοπαίκτες; Στο Γολγοθά τη Mεγάλη Παρασκευή! O Xριστός αγωνιούσε πάνω στο σταυρό, σταγόνα – σταγόνα έπεφτε το αίμα του, και κάτω οι Pωμαίοι στρατιώτες ρίχνανε τα ζάρια και παίζανε. «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον» (Ψαλμ. 21,19· Iωάν. 19, 24). Tέτοιο κακό είναι τα τυχερά παιχνίδια.

Oποιος δεν πείθεται από αυτά, ας διαβάσει και το Πηδάλιο. Tί θα πει Πηδάλιο; Eίναι οι κανόνες της αγίας μας Eκκλησίας. Tί λένε οι κανόνες; O 42 (MB΄) και ο 43 (MΓ΄) αποστολικός κανόνας και ο 50 (N΄) της Eκτης (ΣT΄) Oικουμενικής Συνόδου λένε, ότι όποιος δεσπότης ή παπάς ή διάκος παίζει ζάρια (καί, κοντα στα ζάρια, χαρτιά), αυτός, λέει, ή θα σταματήσει τα παιχνίδια αυτά ή θα καθαιρεθεί· και όποιος αναγνώστης ή ψάλτης ή λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, κάνει το ­διο, ή θα σταματήσει ή θα αφορισθεί. Aυτα λένε οι ιεροί κανόνες.

Eπιστημονικώς, ψυχολογικώς, ιστορικώς σας ανέπτυξα τί είναι το χαρτοπαίγνιο.

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, προτρέπω όλο τον ευσεβή λαό. Εάν θέλετε με το νέο έτος να έχετε την ευλογία του Θεού, χαρτιά μήν πιάσετε! Πηγαίντε στα σπίτια σας, βάλτε φωτιά και κάψτε τα χαρτιά. Mην πιάσετε χαρτιά ούτε σεις ούτε οι δικοί σας, κανείς απολύτως. Kηρύξτε πόλεμο εναντίον της χαρτοπαιξίας.

Kαι κανείς μην εμπαίξει τα λόγια αυτά. Oπως ακούσατε, οι καταπατηταί των ιερών κανόνων υπόκεινται σέ αφορισμό. Δεν επιτρέπεται χαρτοπαίκτης να κοινωνεί τα άχραντα μυστήρια! Σας παρακαλώ όλους, άντρες-γυναίκες, να διαφωτίσετε τους γνωστούς σας.

Ας μας κυβερνήσει το Πνεύμα το Άγιο. Bοηθήστε κ’ εσείς, ώστε οι γιορτές να περάσουν χωρίς χαρτιά, για νά ‘χουμε την ευλογία του Θεού.

Mε την ελπίδα ότι θα μ’ ακούσετε σας ευλογώ εν ονόματι Iησού Xριστού, ο η δόξα και το κράτος εις αιώνας αιώνων. Aμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος

Πηγή: vimaorthodoxias

Τρεις Άγγελοι απάνω στη στέγη

Την ώρα που το Άστρο των Μάγων, χαράζοντας μια χρυσή καμπύλη στο στερέωμα, ήρθε και καρφώθηκε στη στέγη του στάβλου της Βηθλεέμ, τρεις άγγελοι, σαν τρία μεγάλα λευκά περιστέρια, ζύγιασαν τις μεγάλες τους φτερούγες απάνω απ’ το ταπεινό καλύβι.

Έπειτα ήρθαν και κάθισαν απάνω στ’ άχερα της στέγης, γύρω από το χρυσό άστρο, σκεπάζοντας προσεχτικά το φως του με τα φτερά τους, μην τύχει και ξεγλιστρήσει καμιά του αχτίδα και ξυπνήσει το κοιμώμενο Βρέφος. Το Βρέφος που είχε γεννηθεί στη φάτνη των αλόγων.

Οι τρεις άγγελοι παράστεκαν τον ύπνο του μικρού. Η Μητέρα και το Παιδί της είχαν ανάγκη να κοιμηθούν. Όλα είχαν σωπάσει τρι­γύρω. Όλη η πλάση λες και κρατούσε ευλαβικά την ανάσα της.

Και τ’ άλογα του στάβλου ακόμα είχαν πέσει σε βαθύν ύπνο και δε χτυ­πούσαν το χώμα με τις οπλές τους. Ένα μαντρόσκυλο, που γαύγιζε σε κάποια μακρινή στάνη, είχε σωπάσει κι’ αυτό. Μια κουκουβάγια, που ακουγόταν από μια γειτονική στέγη, είχε βουβαθεί.

Οι Τρεις Μάγοι, που είχαν αποθέσει τα δώρα τους απάνω στη φάτνη του μωρού, είχαν μακρύνει, κι αυτοί, και οι τελευταίοι ήχοι από τα κουδούνια, τα κρεμασμένα στις χρυσοστόλιστες καμήλες τους, είχαν σβήσει στην απόσταση.

Η χειμωνιάτικη νύχτα σκέπαζε μ’ ένα βουβό σκοτάδι τα σπιτάκια και τα περιβόλια της Βηθλεέμ.
Οι τρεις άγγελοι που παράστεκαν τον ύπνο του Παιδιού και της Μη­τέρας, καθισμένοι απάνω στ’ άχερα της στέγης, μιλούσαν τώρα μεταξύ τους, για να περνάει η ώρα τους, ως την αυγή. Μιλούσαν σιγά, πιο σιγά κι από τη σιωπή.

Ο πρώτος άγγελος έλεγε: Εγώ είμαι, που έφερα το κρίνο του Παραδείσου στην παρθένα Μαριάμ. Από τα χέρια μου το πήρε και το μυρίστηκε, στην αυλή του ναού που έγινε το θαύμα του μυστικού της γάμου. Και τώρα την παραστέκω μητέρα.

Ο δεύτερος άγγελος έλεγε: Εγώ άνοιξα την πόρτα του στάβλου, για να περάσουν οι τρεις Μάγοι με τα δώρα. Εγώ τους έδειξα τη φάτνη των αλόγων, όπου σάλευε τα χεράκια του το Βρέφος, απλώνοντας τα να πιάσει βασιλικά χαρίσματα. Εγώ πρωτοείδα το χαμόγελο του, πιο φωτεινό από μόγελα των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, μπροστά στο θρόνο του Θεού των Ουρανών.

Ο τρίτος άγγελος δε μιλούσε. Εσύ ποιό θαύμα είδες; τον ρώτησαν οι δυο άλλοι.

Τότε ο τρίτος άγγελος, με τα μάτια στυλωμένα στο σκοτάδι, προς το μακρινό θαμπόφεγγο του ουρανού, που άπλωναν στην απόσταση τα φώτα της Ιερουσαλήμ, τους είπε, σα να ονειρευόταν:

Εγώ βλέπω έναν τάφο, λαξεμένο στην καρδιά ενός βράχου. Μια βαριά πέτρα τον σκεπάζει. Κι εγώ σκύβω και σηκώνω, με τα χέρια μου τη βαριά πέτρα, σαν πούπουλο.

Και τότε ένας ωραίος νεκρός, ντυμένος με φως, υψώνεται πιο ζωντανός από τους ζωντανούς, μπροστά στα μάτια μου, και ανεβαίνει τη χρυσή σκάλα των ουρανών. Εγώ βλέπω το μέγα θαύμα.

Τη στιγμήν εκείνη, από τη φάτνη των αλόγων ακούστηκαν τα πρώτα κλάματα του Βρέφους που ξυπνούσε. Η αυγή ρόδιζε απάνω απ’ τα ταπεινά σπιτάκια και τα περιβόλια της Βηθλεέμ.

Και οι τρεις άγγελοι σαν τρία λευκά περιστέρια, τίναξαν τις φτερούγες τους και χάθηκαν στα πρωινά ρόδα του ουρανού.

Πηγή: oikohouse