Το βάθος της ψυχής

Νομίζουμε ότι ξέρουμε τους άλλους. Έχουμε γνώση εμείς και ξέρουμε. Τους έχουμε ψυχολογήσει όλους, ή καλύτερα [όπως το λένε οι μορφωμένοι] τους ψυχανεμιζόμαστε.

Ο τάδε είναι έτσι. Αυτός θα γίνει αυτό. Είμαστε μάγκες εμείς, ψημένοι, έξυπνοι, τίποτε χθεσινοί είμαστε εμείς; Δε μας ξεφεύγουν κάτι τέτοια εμάς. «Αυτά αλλού, όχι σε μένα» έτσι δε λέμε τα μαγκάκια;

Όμως, αφρός. Βυθός ούτε γι’ αστείο.

Οι περισσότεροι είμαστε ρηχοί και κρίνουμε ρηχά με τα μπρατσάκια μας. Το βάθος της ψυχής του αλλουνού είναι για μας αραβικά, κινέζικα, πάντως μια ξένη γλώσσα ακαταλαβίστικη το βάθος και ο βυθός του διπλανού μας. Όμως, εμείς, καταλαβαίνουμε. Τίποτε χθεσινοί είμαστε εμείς;

Το αποτέλεσμα γνωστό εις τους αιώνες: «ο τάδε είναι έτσι». Φορώντας τα μπρατσάκια σου, ψυχανεμίζεσαι ως την άκρη που μαρτυρούν τα κουβαδάκια σου.

Σαλάτα η ζωή σου. Ο ίδιος στη εντατική: στον θάλαμο εννιά. Όμως, ψυχανεμίζεσαι σωστά την άβυσσο του διπλανού σου. Είσαι μαγκάκι εσύ, ψημένος, έξυπνος, τίποτε χθεσινός είσαι εσύ;

Πρόσφατα διάβασα μία ατάκα στο ίντερνετ: «Στου αλλουνού τη ζωή ψυχολόγος και στη δική σου τη ζωή ψυχασθενής».

Πηγή: agiameteora

Κατάκριση, η μεγάλη αδικία

Αν δικαιολογούμε τους άλλους, δεν θα τους κατακρίνουμε.

— Γέροντα, έχω μία στενότητα: Δεν έρχομαι στη θέση του άλλου για να τον δικαιολογήσω.

— Να βλέπεις με πόνο τον άλλον που σφάλλει και να δοξάζεις τον Θεό για όσα σου έχει δώσει, γιατί μετά ο Θεός θα σου πει: Εγώ παιδί μου, τόσα σου έδωσα, κι εσύ γιατί μου φέρθηκες σκληρά; 

Να βλέπεις πλατιά τα πράγματα. Να σκέφτεσαι το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήσει τον εαυτό του και τις ευκαιρίες που είχες εσύ και δεν τις αξιοποίησες. 

Έτσι θα συγκινηθείς από τις δωρεές που σου χάρισε ο Θεός, θα Τον δοξολογήσεις γι’ αυτές και θα ταπεινωθείς, επειδή δεν ανταποκρίθηκες. Παράλληλα θα νιώσεις αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές σου ευκαιρίες και θα κάνεις γι’ αυτόν καρδιακή προσευχή. 

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά. Ποιος ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν μας βοηθούσε ο Θεός, μπορεί και μεις να είμασταν αλήτες. Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τι παρελθόν έχει. Ποιος ξέρει πόσα εγκλήματα μπορεί να έκανε ο πατέρας του!…Από μικρό παιδί τι κλοπές θα τον έβαζαν να κάνει! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους. Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε. 

Ενώ εγώ με την κληρονομικότητα και την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι. Άρα είμαι αναπολόγητος. Αλλά, ακόμη και είκοσι θαύματα αν έκανα, ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα, πάλι θα ήμουν αναπολόγητος. Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μια ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας.

Από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Ε’ – ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ

Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος – Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Πηγή: hellas-orthodoxy

ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΕ… ΑΡΙΘΜΟ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ;

Nϊκος Ελευθερόγλου

Παρακολουθώ πραγματικά με ενδιαφέρον όσα εξελίσσονται τόσο εντός της χώρας όσο και έξω από αυτήν.

Σε μια κρίσιμη στιγμή, η Ιστορία φαίνεται ότι αποφάσισε να εκδικηθεί όλους αυτούς που πίστευαν πως οι λαοί θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς ταυτότητα και μόνο με… αριθμό στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Και ενώ σχεδόν σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου υπάρχει μια αφύπνιση σε ό,τι θεωρούσαμε ως ταυτοτικό στοιχείο ενός έθνους, στην πατρίδα μας οι έχοντες ταυτότητα -πολιτισμική, εθνική, γλωσσική, θρησκευτική- αντιμετωπίζονται είτε ως εχθροί της δημοκρατίας είτε, το χειρότερο, αφήνονται στα χέρια όσων χρησιμοποιούν κάθε ταυτότητα για να παίξουν τα ακραία πολιτικά παιχνίδια τους.

Δυστυχώς, ζούμε σε μια χώρα όπου η οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια αυτά που η δανεική ευημερία σκέπαζε. Για χρόνια, κυβερνήσεις αλλά και πολιτικοί εντός πολιτικών σχημάτων στοχοποιούσαν και δαιμονοποιούσαν καθετί που είχε σχέση με την εθνική ταυτότητα, με διάφορα προσχήματα.

Σήμερα απλώς ζούμε την τελευταία πράξη ενός δράματος που παίζεται σε βάρος του Ελληνισμού. Μετά την Παιδεία -τα «γράμματα», όπως λέγαμε παλιά-, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την οικονομία, μπήκε στο στόχαστρο και η Ιστορία. Οι φανατικοί οπαδοί της «θρησκείας» της διαφορετικότητας έρχονται να ρίξουν και το τελευταίο οχυρό, αφού φρόντισαν να αλλοιώσουν τον εθνικό κορμό και πληθυσμιακά, λησμονώντας ότι ο ανθρωπισμός δεν είναι το όχημα για την επιβολή μειονοτικών ομάδων στην πλειοψηφία ενός ολόκληρου λαού.

Το παιχνίδι στηνόταν για χρόνια μέσα στα πανεπιστήμια, όπου η κατήχηση κατά της ελληνικής ταυτότητας γινόταν με ζηλευτούς τρόπους είναι αλήθεια. Απομυθοποιώντας τους εθνικούς μύθους (λες και υπάρχει λαός που δεν έχει τέτοιους), επιχείρησαν να εξαφανίσουν την ιστορική μας συνέχεια, για να φτάσουμε στα «ρεπούσεια» δόγματα, που μετεξελίχθηκαν στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ σε όσα ανιστόρητα υποστήριξε περί γενοκτονίας ο Νίκος Φίλης, που προσφάτως θεώρησε ότι του κάνουμε «εκφοβισμό», παραβλέποντας ότι ο ίδιος και οι ιδέες που εκπροσωπούσε είχαν κάνει ολόκληρους λαούς να ζουν μέσα στον φόβο και τον τρόμο.

Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι την επιστολή διαμαρτυρίας του αυτός ο… προοδευτικός αριστερός δεν την έστειλε στους πρώην συναδέλφους του δημοσιογράφους, αλλά στον εκδότη (εργοδότη), για να κάνει… «ντα» τους -ταξικούς εχθρούς, κατά τον Φίλη- εργαζομένους, που τόλμησαν να σχολιάσουν την πολιτική συμπεριφορά του.

Αλλά ας αφήσουμε τον κ. Φίλη και ας επιστρέψουμε στα σχέδια που βρίσκονται σε εξέλιξη και αφορούν το τέλος της εθνικής μας ταυτότητας, μια και, μετά τη γλώσσα, τη θρησκεία και την Πολιτεία (που καταργήθηκε υπό το βάρος των Μνημονίων), έρχεται και το τέλος της Ιστορίας. Οχι αυτής που προέβλεψε ο Φράνσις Φουκουγιάμα στο περιβόητο βιβλίο του, αλλά της ελληνικής, που οι φωστήρες, εν μέσω ανατροπών στον κόσμο, αποφάσισαν να την αλλάξουν και αυτήν και να αφαιρέσουν ό,τι έχει σχέση με τον Ελληνισμό.

Και, αντί η Κεντροδεξιά αλλά και οι φωτισμένοι άνθρωποι που βρίσκονται σε άλλους χώρους να ξεσηκωθούν -καθώς πλήττεται από αυτές τις προσπάθειες η ταυτότητα, άρα και η διαφοροποίηση από τον πολτό της παγκοσμιοποίησης, που δεν αναγνωρίζει ανθρώπους, αλλά… αριθμούς-, όλοι σιωπούν. Αντί για πολίτες με ονοματεπώνυμο, έχουμε υπηκόους με αριθμούς ΑΜΚΑ, ΑΦΜ κ.λπ., που αργά και σταθερά καταργούν τον άνθρωπο. Με πρόσχημα την καλύτερη εξυπηρέτησή μας, όλα σε ένα και τακτοποιημένα καταργούν τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα της ανθρώπινης φύσης.

Σβήνουν δηλαδή την έννοια του πολίτη, αλλά και του ανθρώπινου πλάσματος ως όντος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του δημιουργού του. Καταργούν τα έθνη για χάρη των «απρόσωπων λαών». Και όλα αυτά για την πολυπολιτισμικότητα και την παγκοσμιοποίηση.

Και κανείς δεν μιλά και κανείς δεν ξεσηκώνεται μπροστά στο οργουελικό μέλλον που μας ετοιμάζουν -ή, για να ακριβολογούμε, που έχουν ήδη δρομολογήσει-, την ώρα που οι εθνικές ταυτότητες άλλων ευρωπαϊκών χωρών επιστρέφουν.

 

«Δημοκρατία«,14.03.2017

 

Ἀπό τά πρῶτα Συντάγματα στίς σημερινές «ἀσυνταξίες». «Μακάριον τὸ ἔθνος, οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ» (Ψα 32,12).

20 Δεκεμβρίου 1821: Συνέρχεται στήν Πιάδα, κοντά στήν ἀρχαία Ἐπίδαυρο, ἡ πρώτη Ἐθνική Συνέλευση τῶν Ἑλλήνων, στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ἀγωνιζόμενου γιά τήν ἐλευθερία Ἔθνους 59 πληρεξούσιοι, ἐκ­λεγμένοι ἀπό τίς τοπικές Συνελεύσεις ἤ τίς τοπικές Γερουσίες.

1η Ἰανουαρίου 1822: Ἡ ἐν λόγῳ Συν­έλευση διακηρύττει «τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν» τοῦ ἑλλη­νι­κοῦ Ἔθνους καί ψηφίζει τό πρῶτο Σύνταγμα, τό ὁποῖο ὀνομάσθηκε «Προσωρι­νὸν Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος».

Τό Σύν­ταγμα αὐτό προτάσσει τό προοίμιο: «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Οἱ πρῶτοι, δηλαδή, συνταγματικοί νομοθέτες εἶχαν τή βεβαιότητα καί τή συνείδηση ὅτι ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους καί ἡ ἀποτίναξη τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ τῶν τετρακοσίων-πεντακοσίων χρόνων ἔχει θεμέλιο τήν πίστη τους στόν Θεό καί τό ἀγωνιστικό τους φρόνημα.

Σέ αὐτό τό πρῶτο συνταγματικό κείμενο, ἐπίσης, διαβάζουμε: «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας• ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραξίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀ­κωλύτως». Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀπο­φαίνεται: «Ὅσοι αὐτόχθονες (=γηγενεῖς, ἐν­τόπιοι) κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες καὶ ἀπολαμβάνουν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Συνεπῶς κάτοικοι οἱ ὁποῖοι βρίσκονται, διαβιοῦν στήν ἑλληνική ἐπι­­κράτεια, ἀλλά δέν πιστεύουν στόν Χριστό, αὐτοί δέν εἶναι Ἕλληνες. Ταυτί­ζε­ται, δηλαδή ἡ ἰθαγένεια, ἡ ὑπηκοότητα τοῦ Ἕλληνα, μέ τόν Χριστιανό. Μάλιστα πρῶτος «ὑπουργός τῆς Θρησκείας» ὁρίστηκε ἀπό τήν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ.

Τά ἴδια σημαντικά στοιχεῖα πού ἐκ­φράζουν τήν ἰδιοπροσωπία τῶν ἀγωνιζόμενων Ἑλλήνων ἐντοπίζονται καί στή Β´ Ἐθνοσυνέλευση, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στό Ἄστρος τῆς Κυνουρίας τόν Μάρτιο τοῦ 1823 καί ψήφισε τό λεγόμενο «Σύνταγμα τοῦ Ἄστρους» ἤ «Νόμο τῆς Ἐπι­δαύ­ρου», ὅπως ἐπίσης καί στή Γ´ Ἐθνική Συνέλευση, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Τροιζήνα τόν Μάρτιο τοῦ 1827 καί ψήφισε τό «Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλ­λάδος».

Ἀπό τή μελέτη τῶν πρώτων ἑλληνι­κῶν Συνταγμάτων προκύπτει ὅτι ἡ βούληση τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Ἔθνους, πού ὑπέμειναν τά πάνδεινα γιά τήν ἀποτί­ναξη τῆς «φρικώδους ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τοῦ βαρυτάτου καὶ ἀπαρα­δειγματίστου ζυγοῦ τῆς τυραννίας», ἦ­ταν νά στηριχθεῖ ἡ σύσταση, ἡ πολιτική ὕπαρξη καί ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους, πού ἀνασταινόταν ἀπό τίς στάχτες, ἐπάνω στίς ἀρχές καί τίς ἐπιταγές τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Εἶναι πασιφανές καί ἱστορικά ἀποδεδειγμένο ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στάθηκε ἡ κιβωτός τοῦ Γένους μας κατά τή διάρκεια τῆς Ὀθωμανοκρατίας καί διαφύλαξε τή γλῶσσα του καί τήν ἐθνι­κή του συνείδηση. Μέ τή συνταγματική τους διακήρυξη οἱ πρόγονοί μας, οἱ ὁποῖοι πέρασαν «διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου», εὐγνωμόνως ἀναγνωρίζουν τίς θυσιαστικές προσπάθειες τῆς μητέρας Ἐκκλησίας, τότε «πού ὅλα τά  ᾽σκιαζε ἡ φοβέρα καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά». Εἶχαν βιώσει τή συμβολή καί τήν «κένωση» τήν ὁποία ὑπέστη στόν ἀγώνα γιά τήν ἀνεξαρτησία τῆς πατρίδας, ὅπως ἐπίσης καί τή δυναμική της γιά τή συνοχή τοῦ Γένους μας. Οἱ Ἕλληνες τῶν χρόνων ἐκείνων ἦταν βαθιά πεπεισμένοι ὅτι ἡ Ἐ­πανάστασή τους κατά τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἐκδηλώθηκε «διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν». Εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀκαδημαϊκός Σπύρος Μελᾶς: «Τό Εἰκοσιένα ὁλόισα βγαίνει ἀπό τήν αἰωνόβια ἐθνική μας παράδοση. Τίποτα τό ξενικό… Ξαναφτιάχνει Μαραθῶνες καί Σαλαμίνες. Γίνεται παράδειγμα σ’ ὅλους τούς λαούς… Τή σημαία τοῦ Εἰκοσιένα κρατεῖ ἕνας δεσπότης. Καί τό ράσο του εἶναι σύμβολο διπλό: Θρησκεία καί Παιδεία – Χριστιανισμός κι Ἑλληνισμός».

Ἔκτοτε ὅλα τά Συντάγματα μέχρι καί τό ἰσχῦον σήμερα -ἐκτός ἀπό δύο*- ἔχουν τό ἴδιο προοίμιο. Παρόλα αὐτά ὅ­μως οἱ Νεοέλληνες, θαμπωμένοι ἀπό τά φῶτα τῆς Ἑσπερίας, «πήραμε τή ζωή μας λάθος»• ἔτσι, ψηφίζονται νόμοι πού ἀν­τιβαίνουν πρός τό Σύνταγμα, ἐνῶ πληθαίνουν οἱ ἀντιθρησκευτικές καί ἀντιχριστιανικές φωνές, καθώς κυριαρχεῖ ἐν πολλοῖς μία ἀντιεκκλησιαστική νοοτροπία. Σοβεῖ βαθιά ἡ ποικιλόμορφη κρίση, οἰκονομική, κοινωνικο-ἠθική, πολιτισμική.

«Ἐσβέσθη ὅ,τι ἅγιον, δεσπόζει τό χυδαῖον
ὀσμή πτωμάτων ἔλαβε τήν θέση τῶν ἀνθέων.
Ἀντί θρησκείας ὁ χρυσός, ἀντί οἰκογενείας
τῆς Ἀφροδίτης ὁ ναός, τό αἶσχος τῆς νοθείας.
Κι ἔπεσαν, ὅλα ἔπεσαν. Τό πᾶν εἰς τέφραν κεῖται.
Ὑψοῦνται μόνον τράπεζαι καί μόνον τραπεζῖται».

Τά ἴδια θά ἔλεγε καί γιά σήμερα ὁ Ἀ­χιλλέας Παράσχος. Ἡ Ἑλλάδα τῶν μνημονίων, ἐμφανίζοντας κενά μνήμης, ἀ­ποκόβεται ἀπό τίς ρίζες καί τήν παράδοσή μας, ἀποχρωματίζει τήν παιδεία μας μεταβάλλοντάς την σέ οὐδετερό­θρη­σκη, ὑποβαθμίζει τήν ἑορτή τῶν Τρι­ῶν Ἱεραρχῶν, μεταλλάσσει τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, συρρικνώνει τήν ἀρ­χαία κληρονομιά μας, ἀποδομεῖ τήν ἱ­στορία καί «τά ἔμφυλα στερεότυπα», σκο­τώνει τήν ἐλπίδα τῶν νέων, θραύει τή βακτηρία τῶν γερόντων καί ἡ σήψη προχωρεῖ. Ποιός θά μᾶς σώ­σει;

Ἄς γίνει καί δική μας ἡ ἐξομολόγηση καί προσ­ευχή τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη• ἴσως ἔτσι ἑλ­κύσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Κύριε Παντοδύναμε. Ἐσύ, Κύ­ριε, θά σώσης αὐτό τό ἔθνος. Εἴμαστε ἁ­μαρτωλοί, εἶσαι Θεός! Ἐλέησέ μας, φώτισέ μας, ἕνωσέ μας καί κίνησέ μας ἐναντίον τοῦ δόλου καί τῆς ἀπάτης, τῆς συστηματικῆς τυραγνιᾶς τῆς πατρίδος καί θρησκεί­ας».

•    Τό ἕνα εἶναι τό «Ἡγεµονικὸν Σύντα­γµα» τοῦ 1832· παρέµεινε μόνον σχεδίασµα καί ποτέ δέν τέθηκε σέ ἰσχύ. Σχεδιάστηκε µετά τόν θάνατο τοῦ κυβερνήτη Ἰωάννη Καποδίστρια, ὁπότε ἐπικρατοῦσε διχόνοια καί ἀναρχία. Τό ἄλλο εἶναι τό Σύνταγµα τοῦ 1925· ἴσχυσε ἐπί δικτατορίας τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου μέχρι τόν Σεπτέµβριο τοῦ 1926. Ἡ ἀναφορά καί µόνο στήν πολιτική κατάσταση τῆς πατρίδας μας τίς συγκεκριμένες αὐτὲς ἱστορικές περιόδους καταδεικνύει  πόσο …ἐ­λεύθερη (!) καί πόσο …δηµοκρατική (!) μπορεῖ νά εἶναι µία Ἑλλάδα, πού δέν θά ἐπικα­λεῖται τόν Θεό καί πόσο μπορεῖ νά εὐημε­ρήσει! (Πρβλ. σημερινή κατά­στα­ση).

 

Ευδοξία Αυγουστίνου, Θεολόγος-Φιλόλογος

aktines.blogspot.gr

Σχολικά βιβλία με συνταγών μαγειρικής και «θεματικές» εβδομάδες…

Στο περιοδικό ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ που κυκλοφορεί (τεύχος Μάρτιος 2017), αναφερόμαστε σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν την επίσημη προσφερόμενη εκπαίδευση όπως αυτή προσεγγίζεται από  τα σχολικά εγχειρίδια και τη θεματική εβδομάδα. Τα πρώτα    παρότι τα πληρώνουμε όλοι με κόπο, μόχθο και ιδρώτα, περιλαμβάνουν δεκάδες συνταγές μαγειρικής, εντυπωσιακής προκλητικότητας κείμενα, τα οποία εκχυδαΐζουν  μεταξύ των άλλων την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και το έπος του 1940,  μέχρι την Ορθοδοξία και την οικογένεια,   βγάζουν εκτός ύλης τη Γενοκτονία των προγόνων μας, προτείνοντας ως πρότυπα στην  χρεοκοπημένη  Ελλάδα το φασίστα Μουσταφά Κεμάλ, ενώ συμπεριλαμβάνονται  κείμενα τα οποία αναζητάς τη στόχευσή τους.
(Αλήθεια το κείμενο στο βιβλίο της «Νεοελληνικής Γλώσσας», της Α’ Γυμνασίου (σελ. 16), με τίτλο  «Οσάκις» το οποίο  αναφέρεται στη σχέση  του 25χρονου Σάκη με τη  15χρονη Αλέκα, ποιο παιδαγωγικό στόχο έχει; Γιατί στον ανθρώπινο, ηθικό και  νομικό μας πολιτισμό η σχέση αυτή έχει άλλα ονόματα, ενώ από τον τελευταίο  τιμωρείται  με αυστηρές ποινές!)

Παράλληλα η προτεινόμενη «θεματική εβδομάδα» μαζί με άλλα συναφή όπως το  συνέδριο «πολύχρωμο σχολείο», αποτελεί ένα κρίσιμης σημασίας ζήτημα για το οποίο επιβάλλεται με  προκλητικό τρόπο στα Ελληνόπουλα, στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς τους, οι οποίοι σύμφωνα με τα επίσημη χείλη δεν έχουν το δικαίωμα να μη τα στείλουν στις σχετικές ενημερώσεις!

Το σύνταγμα των Ελλήνων στο άρθρο 16 παράγραφος 2 αναφέρει τα εξής: «H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». 

Η  παραπάνω παράγραφος από το Σύνταγμα, τι σχέση έχει με τα γνωστά ανήθικα, ανιστόρητα, ανθελληνικά, αντιχριστιανικά, αντιοικογενειακά αποσπάσματα από σχολικά βιβλία της γλώσσας, της λογοτεχνίας, της ιστορίας, του ανθολογίου (το σχετικό κείμενο  εδώ http://malkidis.blogspot.gr/2016/11/blog-post_21.html) με τη «θεματική εβδομάδα» και το «πολύχρωμο σχολείο»;

Αποτελεί χρέος και καθήκον οι  εκπαιδευτικοί και οι γονείς  «να πούνε όλοι από μία φορά στη ζωή τους ένα όχι…», όπως τονίζει ο ποιητής της Κύπρου Κώστας Μόντης.  Να απαιτήσουν  την κατάργηση των παραπάνω σχολικών βιβλίων και της «θεματικής εβδομάδας» μαζί με άλλα συναφή όπως το  συνέδριο για το «πολύχρωμο σχολείο», που έχουν δημιουργήσει τεράστιο  ζήτημα, ζητώντας  την  εφαρμογή του Συντάγματος και βεβαίως την υιοθέτηση «εβδομάδας Ελληνικότητας». «Σε μια εποχή παγκόσμιου ψεύδους το να λες την αλήθεια είναι πράξη μια επαναστατική»,  γράφει ο Τζορτζ Όργουελ και η Ελληνικότητα της  αλήθειας, της αντίστασης στο φασισμό και στον ολοκληρωτισμό, του αγώνα ενάντια στην υποδούλωση και την εξαφάνιση είναι πράξη Επαναστατική………….

Μαλκίδης Θ.

 

Ἡ λέξη ἀνάθεμα καί ἡ σημασία της

Υπό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου (Μαξίμοβιτς),   Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Σάν Φρανσίσκο

Ἡ ἑλληνική λέξη ἀνάθεμα, ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις: τήν ἀνά, πού εἶναι μία πρόθεση ἡ ὁποία δεικνύει κίνηση πρός τά ἄνω, καί τό θέμα, πού σημαίνει ἕνα ξεχωριστό τμῆμα ἀπό κάτι. Στή στρατιωτική ὁρολογία θέμα σήμαινε ἕνα ἀπόσπασμα· στήν πολιτική διακυβέρνηση, θέμα σήμαινε μία ἐπαρχία. Τώρα χρησιμοποιοῦμε τή λέξη «theme», πού προέρχεται ἀπό τό θέμα, γιά νά σημάνουμε μία συγκεκριμένη ἐνασχόληση [topic] μιᾶς γραπτῆς καί διανοητικῆς ἐργασίας.

Κυριολεκτικῶς τό ἀνάθεμα σημαίνει τήν ἀνύψωση κάποιου ξεχωριστοῦ πράγματος. Στήν Παλαιά Διαθήκη αὐτή ἡ ἔκφραση ἐχρησιμοποιεῖτο ἐξ ἴσου σέ ἀναφορά πρός αὐτό πού ἦταν ἀποξενωμένο ἐξαιτίας ἁμαρτωλότητος, ἀλλά παρομοίως καί πρός αὐτό πού ἦταν ἀφιερωμένο στό Θεό. Στήν Καινή Διαθήκη, στά κείμενα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου χρησιμοποιεῖται ἅπαξ σέ συνδυασμό μέ το μαράν ἀθᾶ, πού σημαίνει τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου. Ὁ συνδυασμός αὐτῶν τῶν λέξεων σημαίνει χωρισμό μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου· μέ ἄλλες λέξεις – τό νά παραδοθεῖ κάποιος [ὡς ὑπόλογος] σέ Αὐτόν (Α΄ Κορ. 16, 22).

 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τό ἀνάθεμα σέ ἄλλο μέρος χωρίς τήν προσθήκη τοῦ μαράν ἀθᾶ (Γαλ. 1, 8-9). Ἐδῶ τό ἀνάθεμα ἐκφωνεῖται ἐναντίον τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ὅπως αὐτό κηρυσσόταν ἀπό τόν Ἀπόστολο, ἀνεξαρτήτως ἀπό ποιόν θά μποροῦσε αὐτή [ἡ διαστρέβλωση] νά διαπράττεται, εἴτε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο εἴτε ἀπό Ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ. Σέ αὐτήν τήν ἴδια ἔκφραση ἐπίσης ὑπονοεῖται: «Ἄς κατακρίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος», διότι ποιός ἄλλος μπορεῖ νά κατακρίνει τούς Ἀγγέλους;

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη (22, 3) λέγει ὅτι στή Νέα Ἱερουσαλήμ δέν θά ὑπάρχει ἀνάθεμα· αὐτό μπορεῖ νά κατανοηθεῖ μέ δύο τρόπους, δίνοντας στή λέξη ἀνάθεμα καί τά δύο νοήματα: 1) δέν θά ὑπάρχει καμμία ἀνύψωση στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτή ἡ κρίση ἔχει ἤδη ἔλθει εἰς πέρας· 2) δέν θά ὑπάρχει καμμία ἰδιαίτερη ἀφιέρωση στόν Θεό, διότι ὅλα τά πράγματα θά εἶναι τά ἱερά πράγματα τοῦ Θεοῦ, ἀκριβῶς ὅπως τό φῶς τοῦ Θεοῦ φωτίζει τούς πάντες (Ἀπ. 21, 23).

Στά πρακτικά τῶν Συνόδων καί τήν περαιτέρω πορεία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ λέξη ἀνάθεμα κατέληξε νά σημαίνει τέλειο διαχωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία. «Ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἀναθεματίζει», «ἀνάθεμα οὗτος ἔστω», ἤ «ἀνάθεμα τοῦτο ἔστω», σημαίνει τελεία ἀπόσχιση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως, σέ περιπτώσεις «διαχωρισμοῦ ἀπό τήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας» καί ἄλλων ἐπιτιμίων ἤ κανόνων μετανοίας ἐφαρμοσμένων σέ ἕνα πρόσωπο, τό ἴδιο τό πρόσωπο παρέμενε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἦταν περιορισμένη ἡ συμμετοχή του στήν πλήρη χάριτος ζωή Της. Παρά ταῦτα, αὐτοί πού παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα ἀπεσχίζονταν τελείως ἀπό Αὐτήν, μέχρι τή μετάνοιά τους. Ἡ ἐπί γῆς Ἐκκλησία συνειδητοποιώντας, ἐν ὄψει τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης καί σκληροκαρδίας τους, ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία τους, τούς ἀνυψώνει στήν κρίση τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ κρίση εἶναι ἐλεήμων πάνω στούς μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς, ἀλλά φοβερή πρός τούς πείσμονες ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος … καί γάρ ὁ Θεός ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον» (Ἑβρ. 10, 31. 12, 29).

Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι τελεία καταδίκη: μέχρι τόν θάνατο εἶναι δυνατή ἡ μετάνοια. Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι φοβερό ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εὔχεται συμφορές γιά ὁποιονδήποτε ἤ ἐπειδή ὀ Θεός ἐπιδιώκει τήν καταδίκη του. Ἐπιθυμοῦν [ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία] νά σωθοῦν ὅλοι. Ἀλλά εἶναι φοβερό νά ἵσταται κάποιος ἔμπροσθεν τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ σέ κατάσταση ἀποσκληρυμμμένου κακοῦ: τίποτε δέν εἶναι κρυφό ἀπό Αὐτόν.

«Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος· οὗτος Κριτής ἐστιν ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας· μηδείς εἰσέλθῃ πειράζων τήν πίστιν τήν ἀμώμητον, ἀλλ’ ἐν πραότητι καί φόβῳ Χριστῷ προσέλθωμεν, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Στιχηρά τῶν Ἀποστίχων, Ἑσπερινός τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων).

 

Η εντός της αγιοπνευματικής ζωής της Εκκλησίας νηστεία ως μέσο πνευματικής παιδαγωγίας και ασκήσεως των πιστών

Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αποτελεί την κατ’ εξοχήν «πενθηφόρο» περίοδο του λειτουργικού έτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας  κατά την οποία αθλείται ψυχοσωματικώς το χριστεπώνυμο πλήρωμα στο στάδιο των αρετών, ανερχόμενο την «πνευματική κλίμακα των αρετών» εν νηστεία, προσευχή και μετανοία. Η έναθλος αυτή περίοδος παρομοιάζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως «πνευματική κολυμβήθρα» ψυχοσωματικής καθάρσεως και εν χριστώ νήψεως του κάθε καλής προαιρέσεως ανθρώπου, ο οποίος βιώνει την εγκράτεια σταυρώνοντας και θάμπτοντας τα πάθη του μεταμορφωνόμενος σε «ιερόν δοχείον της ακτίστου χάριτος» του Τριαδικού Θεού. Γι’ αυτό ο Αστέριος Αμασείας ορίζει ότι: «Νηστεία εστί ειρήνη κοινή ψυχής  και σώματος, ατάραχος ζωή, ευσταθής πολιτεία, βίος Θεόν ευφραίνων και λυπών τον εχθρόν», ενώ ο ασκητικός Ισαάκ ο Σύρος θεοπνεύστως αναφέρει ότι η νηστεία: «εγκράτεια γαρ αυτεξουσίου και ελευθέρου φρονήματος εστίν αγών. Η νηστεία υπερασπισμός εστί πάσης αρετής και αρχή του αγώνος και στέφανος των εγκρατών και το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού και η λαμπρότης της σωφροσύνης και η αρχή της οδού του χριστιανισμού και η μήτηρ της προσευχής και η πηγή της σωφροσύνης και της φρονήσεως και η διδάσκαλος της ησυχίας και η προηγουμένη πάντων των καλών έργων».

Ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος εξεφώνησε πλείστες όσες ηθικού και πρακτικού περιεχομένου ομιλίες, όπως αναφέρει ο αείμνηστος Πατρολόγος Παναγιώτης Χρήστου, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θεολογική προσέγγιση της εκκλησιαστικής πράξεως της νηστείας ως θεόσδοτου και θεοσύστατου πνευματικού θεσμού. Έτσι εξεφώνησε δύο ομιλίες «περί Νηστείας», οι οποίες όμως δεν συνιστούν μία ενότητα, ούτε η δεύτερη είναι επιτομή της πρώτης, αλλά δύο αυτοτελείς ομιλίες. Εξεφωνήθησαν κατά την πρώτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά σε διαφορετικό έτος, το οποίο καθ’ όσον αφορά την πρώτη παραμένει απροσδιόριστο, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη πιθανόν να είναι το έτος 370 μ.Χ. Οι ειδικοί Πατρολόγοι ερευνητές υποθέτουν ότι η πρώτη προηγήθηκε κατά την εκφώνηση από τη δεύτερη.

Αμφότερες οι θεολογικώς περισπούδαστες αυτές ομιλίες προϋποθέτουν πενθήμερη νηστεία. Ασφαλώς πρόκειται περί των πέντε νηστίμων ημερών της πρώτης εβδομάδος των νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατά τις οποίες οι πιστοί ενήστευαν, ενώ τις άλλες δύο ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή το Σάββατο και την Κυριακή, κατέλυαν έλαιον. Οι δύο αυτές πολύτιμες ομιλίες είναι ιδιαίτερα αξιόλογες και αξιοπρόσεκτες επειδή ακριβώς αποτελούν ιστορικές μαρτυρίες και σπάνιες πηγές σχετικά με την αρχαία εκκλησιαστική πράξη της νηστείας κατά την αθλοφόρο περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Στην πρώτη και εκτενέστερη εκ των δύο ομιλιών, ο Μέγας Βασίλειος, γράφει: «…από ευεργεσία που διατυμπανίζεται κανένα όφελος και από νηστεία που γίνεται δημόσια κανένα κέρδος δεν προέρχεται. Διότι αυτά που γίνονται επιδεικτικώς δεν προεκτείνουν τον καρπό στη μέλλουσα ζωή, αλλά τον καταστρέφουν στον έπαινο των ανθρώπων. Τρέξε λοιπόν με χαρά στην δωρεά της νηστείας. Η νηστεία είναι παλαιό δώρο, που δεν παλαιώνει και δεν γηράσκει, αλλά πάντοτε ανανεώνεται και ανθίζει για να αποφέρει ωρίμους καρπούς…

Η νηστεία είναι παλαιοτέρα και από τον νόμο (εννοεί τις Δέκα Εντολές)… διότι το εφεύρημα δεν είναι νεώτερο. Το κειμήλιο είναι πατρικό. Κάθε τι που είναι αρχαίο, είναι σεβαστό. Να σέβεσαι την ανθρωπότητα. Η νηστεία ενομοθετήθη στον παράδεισο. Είναι η πρώτη εντολή που έλαβε ο Αδάμ: «Από του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθαι»… είναι νομοθέτημα νηστείας και εγκρατείας. Η αμαρτία μας εταλαιπώρησε. Ας θεραπευθούμε με την μετάνοια. Η μετάνοια όμως χωρίς την νηστεία είναι αργή…

Επροστάχθης να δοκιμάζεσαι, όχι βέβαια να ζεις τρυφηλώς. Εξομολογήσου στο Θεό με νηστεία. Αλλά και ο τρόπος ζωής στον παράδεισο είναι εικών της νηστείας. Όχι μόνον διότι ο άνθρωπος με το να είναι ομοτράπεζος με τους αγγέλους μπορούσε να επιτύχει την «ομοίωσιν» προς αυτούς μέσω της ολιγαρκείας, αλλά διότι και όσα ύστερα εφεύρε η διάνοια των ανθρώπων, δεν είχαν επινοηθεί ουδόλως από τους τρεφομένους στον παράδεισο. Δεν υπήρχαν καθόλου οινοποσίες, καθόλου θυσίες ζώων, ούτε όσα θολώνουν τον ανθρώπινο νου.

Επειδή δεν ενηστεύσαμεν, εξεπέσαμεν από τον παράδεισο. Ας νηστεύσουμε λοιπόν για να επανέλθουμε σ’ αυτόν… Να μη μιμηθείς την παρακοή της Εύας, μη παραδεχθείς το φίδι πάλιν ως σύμβολο, που προτείνει τη βρώση φροντίζοντας για το σώμα. Να μη προφασίζεσαι σωματική αρρώστεια και αδυναμία, διότι τις δικαιολογίες δεν τις λέγεις σ’ εμένα, αλλά σ’ αυτόν που γνωρίζει. Δε δύνασαι να νηστεύσεις; Πες μου. Δύνασαι όμως να παραχορταίνεις καθ’ όλη την ζωή και να συντρίβεις το σώμα σου κάτω από το βάρος των εσθιομένων. Και όμως γνωρίζω πολύ καλά ότι οι γιατροί επιβάλλουν στους ασθενείς όχι ποικιλία βρωμάτων, αλλά ασιτία και δίαιτα. Πώς λοιπόν εσύ που μπορείς αυτά, προφασίζεσαι ότι δεν μπορείς εκείνα; Τι είναι ευκολώτερο για την κοιλία, να περάσει την νύκτα με την λιτότητα της διαίτης ή με την αφθονία των φαγητών να κείται βαρέως; Ή μάλλον ούτε καν να κείται, αλλά να περιστρέφεται παραφορτωμένη και στενοχωρημένη.

Και τα σώματα των ανθρώπων λοιπόν όταν παραφορτώνονται με τον συνεχή κόρο, εύκολα υποκύπτουν στις ασθένειες… Δηλαδή κατά τη γνώμη σου, εάν ισχυρίζεσαι ότι για τους ασθενείς είναι καταλληλότερη η τροφή από την λιτή δίαιτα, τότε και η ησυχία είναι πιο επίπονος από το τρέξιμο και η ηρεμία από την πάλη.

Αλλά ο λόγος μας ας βαδίζει δια μέσου της ιστορίας, ενώ εξετάζει την αρχαιότητα της νηστείας, και πώς όλοι οι Άγιοι, ωσάν να διεδέχθησαν κάποια πατρική κληρονομία, έτσι την διεφύλαξαν, παραδίδοντας ο πατέρας στο παιδί, οπότε και σ’ εμάς διεσώθη διαδοχικώς το κτήμα…

Η νηστεία γεννά προφήτες, δυναμώνει δυνατούς. Η νηστεία κάνει σοφούς νομοθέτες, είναι φυλακτήριο της ψυχής, στο σώμα ασφαλής σύνοικος, όπλο στους ανδρείους, γυμναστήριο στους αθλητές. Αυτή αποκρούει τους πειρασμούς, αυτή προετοιμάζει προς την ευσέβεια. Είναι σύνοικος της νηφαλιότητος και δημιουργός της σωφροσύνης. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και κατά τον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία… κάνει τέλειο τον ιερέα. Διότι δεν είναι δυνατόν να αποτολμήσει την ιερουργία, όχι μόνον τώρα στην μυστική και αληθινή λατρεία, αλλά και στην τυπική που γινόταν κατά νόμο…

Η νηστεία «έσβεσε δύναμιν πυρός, έφραξε στόματα λεόντων». Η νηστεία αναπέμπει την προσευχή στον ουρανό ωσάν να είναι πτερό στην πορεία της προς τα άνω. Η νηστεία είναι η προκοπή των οίκων, μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νεότητος, στολίδι των γερόντων, καλή συνοδοιπόρος στους πεζοπόρους, ασφαλής ομόσκηνος στους συνοίκους. Ο άνδρας δεν υποψιάζεται επιβουλή του γάμου, όταν βλέπει την γυναίκα να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λυώνει από την ζηλοτυπία, όταν βλέπει τον άνδρα να νηστεύει.

Υπολόγισε σήμερα τα πράγματα του σπιτιού, υπολόγισέ τα και μετά. Δεν θα λείπει τίποτα με την νηστεία από τα υπάρχοντα στα σπίτια… Το τραπέζι αρκείται στα πρόχειρα… Ας γίνει η νηστεία ανάπαυση από τους συνεχείς κόπους για τους υπηρέτες που υπηρετούν καθ’ όλο το έτος. Ανάπαυσε τον μάγειρά σου και δώσε άδεια στον τραπεζοκόμο. Σταμάτησε το χέρι του κερασιού. Ας σταματήσει κάποτε και ο κατασκευαστής των ποικίλων γλυκισμάτων. Ας ησυχάσει κάποτε και το σπίτι από τους μυρίους θορύβους και από τον καπνό και την τσίκνα και από αυτούς που ανεβοκατεβαίνουν και που υπηρετούν την κοιλία ωσάν να είναι κάποια αμείλικτη κυρία. Εξάπαντος κάποτε και οι φοροεισπράκτορες επιτρέπουν για λίγο στους υποχειρίους τους να ζήσουν ελεύθερα. Ας  δώσει κάποια ανάπαυλα και η κοιλιά στο στόμα, ας κάνει για εμάς πενθήμερη ανακωχή, αυτή που πάντοτε απαιτεί και ουδέποτε σταματά, αυτή που σήμερα λαμβάνει και αύριο λησμονεί. Όταν χορτάσει, φιλοσοφεί περί εγκράτειας, και όταν κενωθεί λησμονεί τα δόγματα.

Η νηστεία δεν γνωρίζει τη φύση του δανείου. Δεν γνωρίζει από τόκους το τραπέζι του νηστεύοντος. Οι πατρικοί τόκοι, ωσάν φίδια περιπλεκόμενα, δεν συμπνίγουν το ορφανό παιδί του νηστευτού. Και διαφορετικά η νηστεία γίνεται αφορμή για ευφροσύνη. Διότι όπως η δίψα καθιστά γλυκύ το ποτό και η πείνα, που προηγήθηκε, παρασκευάζει γλυκεία την τράπεζα, έτσι και η νηστεία φαιδρύνει την απόλαυση των φαγητών. Διότι με το να παρεμβληθεί στο μέσο και να διακόψει τη συνέχεια της τροφής, θα σε κάνει να αισθανθείς ωσάν απόδημη επιθυμητή, την θεία μετάληψη. Ώστε εάν θέλεις να ετοιμάσεις επιθυμητή για τον εαυτό σου την τράπεζα, δέξου την μεταβολή που επιβάλλει η νηστεία. Εσύ όμως περικυκλωμένος σφόδρα από την τροφή, έχεις ξεχάσει τον εαυτό σου με το να αμαυρώνεις την τρυφή και να εξαφανίζεις την ηδονή με την φιληδονία.

Διότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο επιθυμητό, ώστε να μην καταφρονείται με την συνεχή απόλαυση. Αυτών δε των οποίων η απόκτηση είναι σπάνια, αυτών η απόλαυση γίνεται περισπούδαστη… Λοιπόν και η τράπεζα γίνεται πιο ευχάριστη μετά την νηστεία. Ομοίως στους πλουσίους και στους παρέχοντες πλούσια γεύματα και στους λιτούς και προχείρους κατά τη δίαιτα…

Να φοβάσαι το παράδειγμα του πλουσίου. Η συνεχής τροφή στον βίο παρέδωσε εκείνον στο πυρ. Διότι, αν και δεν κατηγορήθηκε για αδικία αλλά για τρυφηλή ζωή, φλέγεται στο πυρ της καμίνου. Για να σβήσουμε λοιπόν το πυρ εκείνο χρειάζεται νερό. Και η νηστεία δεν είναι μόνο ωφέλιμη για τα μέλλοντα πράγματα, αλλά και στην ίδια την σάρκα περισσότερο επωφελής…

Το χρώμα του νηστεύοντος είναι σεμνό. Δεν κοκκινίζει αδιάντροπα, αλλά είναι στολισμένος με την σώφρονα χλωμάδα, οφθαλμός πράος, βάδισμα σεμνοπρεπές, πρόσωπο περίσκεπτο, που δεν ασχημίζει με το ακόλαστο γέλιο. Λόγια μετρημένα, καρδία καθαρά. Να ενθυμείσαι τους Αγίους όλων των αιώνων, «ων ουκ ην άξιος ο κόσμος». Αυτοί περιπλανούνταν φέροντες δέρματα προβάτων και δέρματα αιγών, εστερούντο, υπέφεραν θλίψεις και κακουχίες. Αυτούς να μιμείσαι στην διαγωγή, εάν βέβαια επιζητείς να είσαι με τη μερίδα τους…

Και συ με το να παραπαχαίνεις και να είσαι πολύσαρκος, δεν γίνεσαι μαλθακός; Και με το να εξαντλείς τον νου δια της πνευματικής ατροφίας κανένα λόγο δεν κάνεις για τα σωτήρια και ζωοποιά διδάγματα; Ή μήπως αγνοείς ότι, όπως στην πολεμική παράταξη, η συμμαχία του ενός επιφέρει την ήττα του άλλου, έτσι και αυτός που συμμαχεί με την σάρκα ανταγωνίζεται το πνεύμα, και αυτός που πηγαίνει με την παράταξη του πνεύματος υποδουλώνει τη σάρκα; Επομένως, εάν θέλεις να ισχυροποιήσεις τον νου, να δαμάσεις την σάρκα με νηστεία.

Δε θα περιφρονήσεις τα βρώματα που χάνονται; Δε θα επιθυμήσεις την τράπεζα της Βασιλείας, την οποία εξάπαντος θα εξωραΐσει η νηστεία εδώ; Δε γνωρίζεις ότι με την αμετρία του κόσμου κατασκευάζεις για τον εαυτό σου παχύ τον βασανιστή σκώληκα; Διότι ποιος από αυτούς που ζουν με πλούσια τροφή και διαρκή τροφή εδέχθη κάποια κοινωνία πνευματικού χαρίσματος;

Όχι κρέας, ούτε οίνος, ούτε όσα είναι για την φροντίδα των δούλων της κοιλίας. Η νηστεία είναι όπλο για την εκστρατεία εναντίον των δαιμόνων, διότι «τούτο γαρ το γένος ουκ εξέρχεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία». Και αυτά μεν είναι τα αγαθά που προέρχονται από τη νηστεία. Ο κόρος όμως είναι η αρχή των ύβρεων. Διότι συγχρόνως με την τροφή και την μέθη και τα διάφορα και ποικίλα καρυκεύματα εισορμά και κάθε είδος κτηνώδους ακολασίας.

Οι άνθρωποι γίνονται «Ίπποι θηλυμανείς» εξ αιτίας του οίστρου της τρυφής που γίνεται στην ψυχή. Οι διαστροφές της φύσεως προέρχονται από τους μέθυσους, που επιζητούν τη μεν γυναίκα στον άνδρα, του δε άνδρα στη γυναίκα. Η νηστεία όμως γνωρίζει το μέτρο και στα έργα του γάμου και με το να τιμωρεί την αμετρία των επιτρεπομένων από το νόμο, επιφέρει σύμφωνη ανάπαυλα για να αφιερωθούν στην προσευχή.

Μη λοιπόν περιορίζεις το καλό της νηστείας σε μόνη την αποχή από τα φαγητά. Διότι αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα κακά. Να λύσεις τα δεσμά της αδικίας. Συγχώρεσε τον πλησίον για την λύπη που σου προκάλεσε, συγχώρεσέ τον για τα χρέη. Να μη νηστεύετε χάριν διαμάχης και έριδος. Δεν τρώγεις κρέατα, αλλά τρώγεις τον αδελφό σου. Δεν πίνεις οίνο, αλλά δεν είσαι εγκρατής στις ύβρεις. Περιμένεις το βράδυ για να λάβεις τροφή, αλλά ξοδεύεις την ημέρα στα δικαστήρια.

Αλλοίμονο σ’ αυτούς που δεν μεθούν με κρασί. Ο θυμός είναι η μέθη της ψυχής διότι την κάμνει παράφρονα όπως ο οίνος. Η λύπη είναι και αυτή μέθη, διότι καταπνίγει τη διάνοια. Ο φόβος είναι άλλη μέθη, όταν συμβαίνει εκεί που δεν πρέπει… Και γενικώς, καθένα από τα πάθη που παραλογίζει τον νουν δικαίως θα ονομαζόταν μέθη. Σκέψου, σε παρακαλώ, τον οργιζόμενο πως μεθά με το πάθος. Ο ίδιος δεν είναι κύριος του εαυτού του. Δεν γνωρίζει τον εαυτό του. Δεν γνωρίζει αυτούς που είναι παρόντες, ωσάν να μάχεται μέσα στην νύκτα αγγίζει το κάθε τι, σκοντάπτει σε όλα, δεν γνωρίζει τι λέγει, είναι δυσκολοσυγκράτητος. Υβρίζει, κτυπά, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει, ξεσχίζεται. Να αποφεύγεις τη μέθη αυτή, μήτε να καταδεχθείς την μέθη από οίνο. Να μη περιφρονήσεις την υδροποσία αντί της οινοποσίας. Μη σε οδηγήσει η μέθη στη νηστεία. Δεν υπάρχει είσοδος στη νηστεία διά της μέθης.

Ούτε βέβαια εισέρχεται κανείς στη δικαιοσύνη δια της αδικίας, ούτε στην εγκράτεια δια της ακολασίας, ούτε για να μιλήσουμε γενικώς, στην αρετή δια της κακίας. Άλλη είναι η θύρα της νηστείας. Η μέθη εισάγει στην ακολασία και η εγκράτεια στην νηστεία. Ο αθλητής προγυμνάζεται και αυτός που νηστεύει προεγκρατείται. Μη ωσάν να εκδικείσαι τις ημέρες, μη ωσάν να εξαπατάς με σοφίσματα τον νομοθέτη, μη θέτεις το όργιο της μέθης προ των πέντε ημερών. Διότι ανώφελα κοπιάζεις με το να καταπιέζεις μεν το σώμα, αλλά να μη παρηγορείσαι για τη στέρηση. Η αποθήκη είναι αξιόπιστη. Ρίπτεις σε τρυπημένο πιθάρι. Διότι ο μεν οίνος διαρρέει με το να τρέχει γρήγορα τον ίδιο δρόμο, η αμαρτία όμως παραμένει. Ο δούλος δραπετεύει όταν ο Κύριος τον κτυπά, συ όμως παραμένεις στον οίνο, που καθημερινώς κτυπά την κεφαλή; Η ανάγκη του σώματος είναι μέτρο άριστο για την χρήση του οίνου. Εάν δεν ξεφύγεις από τα όρια, αύριο θα είσαι με βαρύ κεφάλι, θα χάσκεις, θα ζαλίζεσαι, θα μυρίζεις κρασίλα. Όλα θα σου φαίνονται ότι γυρίζουν, όλα ότι κλονίζονται. Η μέθη επιφέρει βέβαια ύπνο, αδελφό του θανάτου, και εγρήγορση που ομοιάζει με όνειρα.

Άραγε γνωρίζεις ποιός είναι αυτός τον οποίο πρόκειται να υποδεχθείς…; Γιατί λοιπόν προπορεύεσαι στην μέθη και κλείνεις την είσοδο στον Δεσπότη; Γιατί προτρέπεις τον εχθρό να προκαταλάβει τα οχυρώματά σου; Η μέθη δεν υποδέχεται τον Κύριο. Η μέθη απομακρύνει το Άγιο Πνεύμα, διότι ο μεν καπνός αποδιώκει τα μελίσσια, το όργιο δε της μέθης αποδιώκει τα πνευματικά χαρίσματα. Η νηστεία είναι η ευπρέπεια της πόλεως, η σταθερότητα της αγοράς, η ειρήνη των οικιών, η σωτηρία των υπαρχόντων. Θέλεις να δεις την μεγαλοπρέπειά της;

Σύγκρινε, παρακαλώ, τη σημερινή εσπέρα με το αύριο και θα δεις να μεταβάλει την πόλη από την ταραχή και τη ζάλη σε βαθειά γαλήνη. Εύχομαι δε και η σημερινή να ομοιάζει με την αυριανή κατά τη σεμνότητα και η αυριανή να μη υπολείπεται σε φαιδρότητα από τη σήμερον.

Και ο Κύριος, που μας οδήγησε σ’ αυτή την περίοδο του χρόνου, μακάρι να μας παράσχει, ωσάν σε αγωνιστές, αφού επιδείξουμε τη στερεότητα και τη δύναμη της καρτερίας στους προκαταρτικούς αιώνες, να φθάσουμε και στην κύρια ημέρα των στεφάνων, τώρα μεν της αναμνήσεως του πάθους του Σωτήρος, στον δε μέλλοντα αιώνα της ανταποδόσεως αυτών που έχουν βιωθεί από εμάς εν όψει της δικαιοκρισίας αυτού του Χριστού, διότι σ’ Αυτόν ανήκει η αιώνιος δόξα. Αμήν».

 

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός

 

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Δυσθεώρητα και φοβερά είναι τα κύματα του φουρτουνιασμένου πελάγους, που υψώνονται απειλητικά για να καταποντίσουν και καταπνίξουν τον αβοήθητο ναυαγό, ο οποίος παλεύει να σωθεί. Εξίσου φοβεροί και τρομακτικοί είναι και οι πολυποίκιλοι πειρασμοί και λογισμοί που ως πνευματικά φουρτουνιασμένα κύματα δέχεται ο αγωνιζόμενος πνευματικώς άνθρωπος καθώς παλεύει μέσα στο πνευματικό πέλαγος της πενθηφόρου και νηπτικής περιόδου της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Στον στίβο τούτο των πνευματικών άθλων, όπου αθλοθέτης, αγωνοθέτης και τελικός στεφανοδότης είναι ο Χριστός, ο πτωτικός χοϊκός άνθρωπος θρηνεί την έξοδό του από της τρυφής του παραδείσου και την οντολογική πτώση του στη φθορά και τον θάνατο. Δέχεται τα τραύματα του μισόκαλου και μισανθρώπου απατεώνα διαβολέα, ο οποίος παντί σθένει και πάση δυνάμει αντιπαλεύει τον αγωνιζόμενο πνευματικώς άνθρωπο και αντιστρατεύεται το έργο της εν Χριστώ σωτηρίας αυτού.

Επειδή λοιπόν οι Θεοκίνητοι και Θεοφόροι Πατέρες γνωρίζουν ότι τα «όπλα» του μισανθρώπου απατεώνα είναι ποικίλα και ποικιλόμορφα, προστρέχουν να διδάξουν και να προτείνουν στα πιστά μέλη της Εκκλησίας, τα πνευματικά μέσα με τα οποία μπορούν να αποκρούσουν τα «βέλη του πονηρού» και να διέλθουν το πέλαγος της πνευματικής πάλης προκειμένου ν’ αφιχθούν στον σωτήριο λιμένα σε κοινωνία με τον λυτρωτή και σωτήρα Χριστό.

Όλα αυτά τα πνευματικά μέσα, τα εφόδια της εν Χριστώ ασκήσεως, δεν ταυτίζονται βεβαίως μόνον με την νηστεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, επειδή ακριβώς η νηστεία δεν είναι αυτοσκοπός ούτε το μόνο «μαγικό αντίδοτο» για την κάθαρση και πνευματική ανάβαση του πεπτωκότος ανθρώπου που ρέπει προς το ποικίλως αμαρτάνειν. Η από Θεού παραδεδομένη νηστεία εντάσσεται στην αγιοπνευματική μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και προσλαμβάνει την ουσιαστική πνευματική της σημασία όταν συνδυάζεται με την νοερά προσευχή, όπως την ανέδειξε με την θεόπνευστη θεολογική διδασκαλία του ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, την ιερά εξομολόγηση και την μετοχή στο υπέρτατο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Η νηστεία από μόνη της δεν σώζει ουδέ ωφελεί τον πανταχόθεν υπό του μισανθρώπου διαβολέα πολεμούμενο άνθρωπο, αλλά καταντά ανούσια τυπολατρεία και κενό γράμμα που αποκτείνει το «πνεύμα του νόμου», και συνακόλουθα ουδόλως διαφέρει από τον θεσμό της νηστείας που υπάρχει σε άλλες θρησκείες (π.χ. μουσουλμανισμό, ιουδαϊσμό κ.ά). Έτσι, η πνευματική, νηπτική και ασκητική προσέγγιση της «αμώμου νηστείας» σημαίνει την ψυχοσωματική εγκράτεια, την αποχή από παντός ψυχοσωματικού πειρασμού και λογισμού, την νέκρωση και τον ενταφιασμό παντός ψυχοσωματικού πάθους που σκοτίζει τον νουν και τον απομακρύνει από τον «Εις Χριστόν εγκεντρισμό».

 

Η Εκκλησία μας ψάλλει κατά την Κυριακή της Τυρινής:

 

«Έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή

η κατά των δαιμόνων νίκη, η πάνοπλος εγκράτεια

η των αγγέλων ευπρέπεια, η προς Θεόν παρρησία

δι’ αυτής γαρ Μωυσής γέγονε τω κτίστη συνόμιλος

και φωνήν αοράτως εν ταις ακοαίς υπεδέξατο».

 

Προτρέπει λοιπόν η Εκκλησία: «Εγκρατεία την σάρκα ταπεινώσαι πάντες σπουδάσωμεν, το θείον υπερχόμενοι στάδιον της αμώμου νηστεία…».

Αυτή η «πάνοπλος εγκράτεια», η ψυχωφελής αποχή από τις σαρκικές πτώσεις και τα της ψυχής πάθη έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο εύγλωττα αποκαλύπτει το παρακάτω τροπάριο της Εκκλησίας: «Αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας. Η τούτων ένδεια νηστεία εστίν αληθής και ευπρόσδεκτος». Στο αγιοπνευματικό αυτό πλαίσιο και ο Μέγας Βασίλειος ερμηνεύει θεολογικώτατα την συνάρτηση νηστείας και εγκράτειας, γράφοντας στον Α΄ Λόγο του «Περί Νηστείας», τα εξής: «Δεν εννοούμε με την λέξη εγκράτεια την παντελή αποχή από την τροφή, επειδή τούτο σημαίνει θάνατο, αλλά εννοούμε την αποχή από τις ηδονές της ζωής με τον σκοπό να ζήσουμε ως άνθρωποι ευσεβείς». Και επιπρόσθετα, όταν η νηστεία συνυφαίνεται με την προσευχή και την ελεημοσύνη, τότε γεννάται η δικαιοσύνη, όπως αψευδώς αποφαίνεται ο Κύριος: «Προσέχετε την δικαιοσύνην υμών μη ποιείν έμπροσθεν των ανθρώπων προς το θεαθήναι αυτοίς˙ ει δε μη γε μισθόν ουκ έχετε παρά τω Πατρί υμών τω εν τοις ουρανοίς». Αμεταθέτως λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει ότι η ελεημοσύνη, η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνονται όχι χάριν επιδείξεως, αλλά χάριν εσωτερικής ευσεβείας προς τον Θεόν και αγάπης ανυποκρίτου προς τον πλησίον, τον οποίο σε πολλές περιπτώσεις λησμονούν οι υποκριτικώς νηστεύοντες, όταν κρύπτονται όπισθεν της νηστείας και την ίδια στιγμή κατατρώγουν τον αδελφό τους.

Οι Θεοκίνητοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν απολυτοποιούν την νηστεία αλλά την εντάσσουν στο μυστήριο της ευσεβείας, όπως τούτο βιώνεται στο στάδιο των αρετών και στο στίβο της αγιοπνευματικής βιοτής. Ο Αμασείας Αστέριος γράφει: «Νηστεία εστίν ειρήνη κοινή ψυχής και σώματος, ατάραχος ζωή, ευσταθής πολιτεία, βίος Θεόν ευφραίνων και λυπών τον εχθρόν». Ο δε μέγιστος των ασκητών Πατέρων Ισαάκ ο Σύρος συνδέει την νηστεία με την καλή χρήση του «αυτεξουσίου» του ανθρώπου, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Εγκράτεια γαρ αυτεξουσίου και ελευθέρου φρονήματος εστί αγών. Η νηστεία υπερασπισμός εστί πάσης αρετής και αρχή του αγώνος και στέφανος των εγκρατών και το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού και η λαμπρότης της σωφροσύνης και η αρχή της οδού του Χριστιανισμού και η μήτηρ της προσευχής και η πηγή της σωφροσύνης και της φρονήσεως και η διδάσκαλος της ησυχίας και η προηγουμένη των καλών έργων».

Η νηστεία ως εγκράτεια είναι άθλημα επίμοχθο και επίπονο, το οποίο έθεσε ο αθλοθέτης και αγωνοθέτης Κύριος προκειμένου να ασκείται ο άνθρωπος και να κατακτά σταδιακώς τις ανώτερες αρετές της εν Χριστώ ζωής, όπως εύγλωττα γράφει ο Ισαάκ ο Σύρος: «Πικρά η νηστεία, αλλά ηδύς ο Παράδεισος. Επαχθής η δίψα, αλλ’ εγγύς η πηγή, εξ ης ο πίνων ου διψήσει εις τον αιώνα. Άτονον το σώμα, αλλ’ ισχυροτέρα η ψυχή η ασώματος. Νεκρά η δύναμις, αλλ’ εγγύς η ανάστασις».

Η ελευθέρα επιλογή της «πανόπλου εγκρατείας» από τον νηστεύοντα άνθρωπο έχει αντίκτυπο στον ουρανό και για τον λόγο αυτό και ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Κανείς να μη θέσει τον εαυτό του εκτός του καταλόγου των νηστευόντων, στον οποίο όλα τα γένη και όλες οι ηλικίες και τα διάφορα αξιώματα συγκαταλέγονται. Άγγελοι είναι αυτοί που σε κάθε εκκλησία απογράφουν τους νηστεύοντες. Βλέπε μήπως εξαιτίας της μικρής ηδονής των τροφών ζημιωθείς κατά την απογραφή του Αγγέλου και καταγραφείς ως υπόδικος λειποταξίας…».

Τα πνευματικά οφέλη και ευεργετήματα της νηστείας για τους «εραστές της εγκρατείας» μέσα στο πνευματικό πέλαγος της ψυχοσωματικής πάλης για την κατάκτηση των φιλοχρίστων αρετών επισημαίνει και καταγράφει ο Αμασείας Αστέριος στον πολύφημο λόγο του «Εις την Είσβασιν των Αγίων Νηστειών», ως εξής: «Η νηστεία γεννά προφήτες, ενδυναμώνει τους δυνατούς. Η νηστεία σοφίζει τους νομοθέτες, καθίσταται αγαθό φυλακτήριο της ψυχής και ασφαλής σύνοικος του σώματος, όπλο για τους αρίστους και γυμνάσιο για τους αθλητές. Δι’ αυτής αποκρούονται οι πειρασμοί… Και η ίδια καθίσταται σύνοικος της νήψεως και δημιουργός της σωφροσύνης. Στους πολέμους γεννά την ανδραγαθία και στην ειρήνη διδάσκει την πνευματική ησυχία. Τον ασκητή αγιάζει και τον ιερέα τελειοποιεί. Δεν είναι δυνατόν άνευ νηστείας ο Ιερέας να κατατολμήσει ιερουργία…».

Τα πνευματικά παλαίσματα γεννούν και πνευματικά κατορθώματα όταν ο εμφιλόσοφος βίος της εν Χριστώ εγκρατείας γίνεται βίωμα, αγγελικός βίος που αναγάγει τον άνθρωπο στην αγγελική τάξη, όπως γλαφυρά γράφει ο Μέγας Αθανάσιος. Τόσο σημαντική είναι η «νηστευτική εγκράτεια» για τον βίο των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα, ώστε ο Μέγας Βασίλειος με έμφαση διακηρρύτει ότι: «Η νηστεία έσβεσε δύναμιν πυρός, έφραξε στόματα λεόντων. Νηστεία προσευχήν εις ουρανόν αναπέμπει, οιονεί πτερόν αυτή γινομένη προς την άνω πορείαν. Νηστεία οίκων αύξησις, υγείας μήτηρ, νεότητος παιδαγωγός, κόσμος πρεσβύταις, αγαθή συνέμπορος οδοιπόροις, ασφαλής ομόσκηνος τοις συνοίκοις».

Το μέγα ερώτημα που πάντοτε τίθεται και από τους Θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας είναι: Πότε η νηστεία είναι ευάρεστη στο Θεό;

Την πλήρη και σαφή απάντηση στο παραπάνω εύλογο πνευματικό ερώτημα δίδει ο πολύς Μέγας Φώτιος, όταν γράφει ότι: «η νηστεία είναι αποδεκτή από το Θεό, όταν μαζί με την αποχή από τις τροφές υπάρχει και η αποστροφή των αμαρτημάτων, του φθόνου, του μίσους, της συκοφαντίας, της λοιδορίας, της γλωσσαλγίας, των άλλων κακών. Όλα αυτά, εκείνος που νηστεύει νηστεία αληθή, την οποία λογαριάζει (θετικά) ο Θεός, πάση δυνάμει και πάση σπουδή οφείλει να τα υπερπηδά και από τις εκ του πονηρού επινοημένες προσβολές να μένει ανάλωτος και ασάλευτος. Ενώ εκείνος ο οποίος ασκείται με την ένδεια της τροφής, αλλά δεν τηρεί την εγκράτεια έναντι των προαναφερθέντων παθών, ομοιάζει με την οικία που έχει περίλαμπρα θεμέλια αλλά ο ίδιος κατοικεί μέσα σ’ αυτή με όφεις, σκορπιούς και έχιδνες».

Ο ίδιος Θεοφόρος Πατέρας δεν παραλείπει να νουθετήσει και να παιδαγωγήσει πνευματικά το πλήρωμα της Εκκλησίας, γράφοντας: «Νηστεύεις από τις τροφές; Καλώς πράττεις, γιατί αυτό είναι όπλο κατά των παθών από εκείνους που καλώς το χρησιμοποιούν. Να νηστεύεις και από τον φθόνο, προκειμένου η νηστεία να λογίζεται ως (αληθής) νηστεία και για σένα και για το Θεό, και όχι να είναι το προσωπείο πίσω από το οποίο «ως υπό παραπετάσματος» καλύπτονται άλλες κακίες, κυρίως υπό το σχήμα της ασιτίας… Νήστεψε άνθρωπε από τον φθόνο. Ο φθόνος είναι το εντρύφημα του διαβόλου, το γεώργιο της πονηράς εκείνης φύσεως. Προσήκει στους ανθρώπους να νηστεύουν από τις τροφές; Πολύ περισσότερο πρέπει να απέχεις από της σιτεύσεως των δαιμόνων.

Νηστεύεις από τις τροφές; Νήστεψε και από την κενοδοξία. Αυτή είναι η μητέρα του φόνου που συνανδρώνει την άνοια… Νήστεψε από την καταλαλιά και την συκοφαντία. Και αυτά είναι γεννήματα του φθόνου και πρωτότοκες αδελφές του φθόνου… Ας αποφύγουμε αυτά και ας απορρίψουμε με βδελυγμία την κακία… Ας προσφέρουμε καθαρή νηστεία στο Θεό με την φιλαδέλφια που ωραΐζει την ψυχή και με την ταπεινοφροσύνη που λαμπρύνει το σώμα και με τις πρέπουσες υμνολογίες που αγιάζουν τον νου και με τους μεταξύ μας προσήκοντες λόγους που ευωδιάζουν τα χείλη και δια της εμμελούς ασκήσεως αυτών οδηγούν προς την απάθεια…».

Επειδή όμως οι Θεοφόροι Πατέρες γνωρίζουν καλώς ότι σε πολλές των περιπτώσεων πίσω από την κατ’ επίφαση νηστεία γεννάται και κρύπτεται το αδηφάγο εωσφορικό τέρας της υποκρισίας, που κατατρώγει κάθε πνευματική αρετή, θεολογούν και υπογραμμίζουν το αλυσιτελές της νηστείας ως αποχής μόνον από τις τροφές. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει σχετικά: «Και μη νομίσεις ότι είναι κάτι το απλό η νηστεία. Γιατί δεν επιτυγχάνει τίποτα εκείνος που απέχει (νηστεύει) μόνο από τις τροφές, αλλά εκείνος που απέχει από παντός πονηρού πράγματος. Αυτό είναι η (αληθής) νηστεία. Διότι εάν νηστεύσεις και δεν ελέγξεις το στόμα σου να μη λαλήσει λόγο πονηρό ή οξυχολία ή ψεύδος ή επιορκία ή εάν καταλαλήσεις εναντίον του πλησίον σου. Εάν αυτά εξέλθουν του στόματός σου ενώ νηστεύεις, σε τίποτα δεν θα ωφελήσει και όλο τον κόπο σου θα απωλέσεις».

Ο Ιερός Χρυσόστομος με ιδιαίτερη προσοχή προσεγγίζει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος τηρεί τα της νηστείας και υπογραμμίζει την ανάγκη να τελούνται όλα σε πνευματικό επίπεδο με την αρετή της διακρίσεως και όχι με ακρότητες, οι οποίες δεν έχουν καμία πνευματική ωφέλεια. Ο ίδιος γράφει σχετικά: «Επειδή λοιπόν είναι τόσος ο κίνδυνος της νηστείας για εκείνους που δεν γνωρίζουν πως πρέπει να νηστεύουν, ας μάθουμε τους νόμους της νηστείας, προκειμένου να μην τρέχουμε αδήλως, ούτε να δέρνουμε τον αέρα και ούτε να σκιαμαχούμε…

Η νηστεία είναι φάρμακο, αλλά το φάρμακο κι αν ακόμη είναι μυριάκις ωφέλιμο, εντούτοις γίνεται πάρα πολλές φορές άχρηστο εξαιτίας της απειρίας του νηστεύοντος. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζει την κατάλληλη ευκαιρία και την ποσότητα αυτού του φαρμάκου που πρέπει να λάβει ανάλογα με την κράση του σώματός του, την φύση της χώρας, την ώρα του έτους, την κατάλληλη δίαιτα και πολλά άλλα, τα οποία αν τα παραβλέψει, καταστρέφει όλα τα προαναφερθέντα. Εάν λοιπόν πρέπει και είναι ανάγκη με τόση μεγάλη ακρίβεια να θεραπεύει κάποιος το σώμα του, τότε πολύ περισσότερο, όταν επιμελούμεθα της ψυχής και θεραπεύουμε λογισμούς, είναι αναγκαίο να τα διερευνούμε και να τα εξετάζουμε μετά πάσης ακριβείας». Στο ίδιο πλαίσιο, για την χρησιμότητα της διακρίσεως στα θέματα της νηστείας, αναφέρεται και ο Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος γράφει ότι: «Δρόμος μέγας εις παν αγαθόν εστίν η νηστεία η μετά διακρίσεως».

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι Θεοφόροι Πατέρες επισημαίνουν τις μοχθηρές παγίδες που στήνει ο μισόκαλος και μισάνθρωπος διαβολέας προκειμένου η νηστεία να είναι αλυσιτελής πνευματικά. Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει εν προκειμένω ότι: υποβάλλει δε ο εχθρός και άσκησιν μεγάλην, ίνα το σώμα ασθενές και αχρήσιμον ποιήση. Σου η νηστεία μέτρον εχέτω». Και ο ιερός Χρυσόστομος εύστοχα συμπληρώνει: «Αυτή είναι η διαβολική παγίδα, δηλαδή να μη τηρείται καθόλου η συμμετρία, αλλά σε κάθε τι να επικρατεί ο πλεονασμός προκειμένου να δυσφημούνται εκείνοι που κυριεύονται από αυτή».

Η Εκκλησία έχει λογική λατρεία και τα πάντα στην αγιοπνευματική ζωή της περικοσμούνται με τις πνευματικές αρετές, οι οποίες ωφελούν πνευματικά τους ανθρώπους. Στην ζωή της Εκκλησίας τίποτα δεν είναι ακραίο, αλλά ο πνευματικός αγώνας των πιστών της μέσα στο πολυκύμαντο και ταραχώδες πέλαγος του ανθρωπίνου βίου των πειρασμών και των λογισμών γίνεται με γνώμονα και κριτήριο την αρετή της πνευματικής διακρίσεως προκειμένου να έχει καλή πνευματική καρποφορία. Όταν λείπουν οι παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις τις οποίες θέτουν οι Θεοκίνητοι και Θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας, τότε ο πνευματικός αγώνας γίνεται εις μάτην, δεν ωφελεί αλλά βλάπτει. Η απολυτοποίηση και η μονοδιάστατη προσέγγιση σε θέματα πνευματικής ασκήσεως και ζωής γεννά την ανούσια τυπολατρεία, που αποκτείνει το πνεύμα του νόμου, και συνακόλουθα γίνεται πρόξενος της υποκρισίας, της αλαζονείας και του εωσφορικού εγωισμού. Όλα στην Εκκλησία, κατά την προτροπή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, θα πρέπει να γίνονται «Ευσχημόνως και κατά τάξιν».

 

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός

 

 

Ο αόρατος πόλεμος κατά των αρετοκτόνων παθών της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας στην πνευματική παλαίστρα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και εφ’ όρου ζωής

Ο «απαθής βίος» είναι «βίος θεοειδής και ισάγγελος», αλλά αποτελεί δυσθεώρητο και δύστοκο πνευματικό άθλο για τους κατά Θεόν εραστές της νηπτικής και αγιοπνευματικής βιοτής και αθλήσεως. Τα ποικιλόμορφα και πολυειδή πάθη είναι αρετοκτόνα (αποκτείνουν τις αρετές) όταν κυριαρχούν στην ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου και για την καθ’ ολοκληρίαν υποταγή τους, σύμφωνα με την αγιοπατερική και ασκητική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συντελείται ένας αδιάλειπτος και ακατάβλητος «αόρατος πνευματικός πόλεμος» από τον μαχητή άνθρωπο, ο οποίος εμφορούμενος από την θεοφόρο δύναμη και την χριστοφόρο βούληση παλεύει ως άλλος «αθλητής Χριστού» στην «πνευματική παλαίστρα» εναντίον των παθών του έως και της εσχάτης αναπνοής του.

Αυτός ο αόρατος πνευματικός πόλεμος μέσα στην «πνευματική παλαίστρα» της επιγείου ζωής πολλές φορές φαντάζει άνισος για τις πνευματικές δυνάμεις του κτιστού και χοϊκού πεπερασμένου ανθρώπου, ο οποίος βιώνει τα επώδυνα παλαίσματα σε πολλαπλά επίπεδα ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τα σωματικά, διανοητικά και πνευματικά πάθη του. Δέχεται τα πλήγματα από τα «βέλη του πονηρού» και πολλάκις πίπτει απελπισμένος και αποκαρδιωμένος. Άλλοτε πάλι αυταπατάται και «πλανάται πλάνην οικτράν» θεωρώντας ότι εκπληρώνει το «θεσμικό τυπικό καθήκον» του ή την «ιερά υποχρέωσή» του γενόμενος τηρητής του νόμου ως άλλος Φαρισαίος και μέσω της τυπολατρικής μέριμνάς του για την αποχή μόνον από τις τροφές σε περίοδο νηστείας, πιστεύει και εγκαυχάται ότι ενίκησε τα ποικιλώνυμα πάθη του.

Ο κατά των παθών όμως αόρατος πνευματικός πόλεμος δεν περιορίζεται μόνον στην αποχή από τις τροφές αλλά αποτελεί πολύμορφο πνευματικό πάλαισμα κατά των πολυποίκιλων παθών. Στην πνευματική παλαίστρα ο κατά Χριστόν παλαιστής και μαχητής παλεύει και μάχεται εφ’ όλων των παθών και όχι μόνο κατά την εκάστοτε περίοδο νηστείας, αλλά εφ’ όρου ζωής. Ο αγώνας αυτός είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος εντός της μυστηριακής και λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας.

Εξάλλου η απολυτοποίηση της νηστείας ως αποχής μόνον από τις τροφές καθίσταται συνώνυμο της τυπολατρείας και της φαρισαϊκής υποκρισίας όταν κυριαρχούν στο «έσω ταμείον της ψυχής» του ανθρώπου όλα τα υπόλοιπα αρετοκτόνα πνευματικά και σωματικά πάθη και μεταξύ αυτών της κενοδοξίας και υπερηφανείας.

Στο πνευματικό πέλαγος της εν Χριστώ παθοκτόνου ασκήσεως τα δυσθεώρητα και τρομακτικά κύματα των παθών πλήττουν τον αγωνιζόμενο άνθρωπο και πολλές φορές τον καταποντίζουν αλλά ποτέ δεν μπορούν να του στερήσουν την ελπίδα της ανυψώσεως και σωτηρίας από τον πνευματικό πνιγμό, αρκεί εκείνος κάνοντας καλή χρήση του «αυτεξουσίου» του να αποφασίσει ελευθέρως και αβιάστως να κρατηθεί από το μονίμως και αδιαλείπτως προτεταμένο χέρι του σωτήρα και λυτρωτή του Ιησού Χριστού, ο οποίος ως εφελκτική δύναμη ανασύρει το «ίδιον πλάσμα» του από το σκότος της αβύσσου.

Οι θεοφόροι και θεοκίνητοι Πατέρες της Εκκλησίας ως άριστοι ψυχοανατόμοι της ανθρώπινης υπάρξεως θέτουν τις αληθείς και θεάρεστες προϋποθέσεις της νηστείας και εν γένει της πνευματικής εν Χριστώ ασκήσεως και ζωής, επειδή γνωρίζουν ότι ο αόρατος πνευματικός πόλεμος στην παλαίστρα κατά των παθών για να είναι πνευματικώς λυσιτελής προϋποθέτει την παθοκτόνο εγκράτεια και αποχή από «παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει: «Μη μέντοι εν τη αποχή μόνη των βρωμάτων (τροφών) το εκ της νηστείας αγαθόν ορίζον. Νηστεία γαρ αληθής η των κακών αλλοτρίωσις». Ο δε Μέγας Αθανάσιος επιτακτικώς συμπληρώνει: «τίς γαρ ωφέλεια βρωμάτων απέχεσθαι, πάσης δε άλλης επιθυμίας εμφορείσθαι; Ή ουκ οίδας, ότι πας ο την επιθυμίαν αυτού πληρών κατ’ έννοιαν και εκτός των έξωθεν βρωμάτων ήδη κεκόρεσται και μεθύει;». Ιδιαίτερα ο Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει τον πνευματικό θανάσιμο κίνδυνο της επάρσεως και υπερηφανείας που ως βαθύρριζα πάθη μπορούν να φυτρώσουν στην ψυχή του νηστεύοντος ανθρώπου, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Νηστεύων δε βλέπε μη φυσιωθής. Η γαρ φυσίωσις παγίς εστί του διαβόλου, δι’ ης απ’ ουρανού πέπτωκεν, ομοίως δε λοιπόν δι’ αυτής τους ανθρώπους παγιδεύων (ο διάβολος) καταβάλλει».

Ο της Εκκλησίας Θεόφρων Πατήρ και Διδάσκαλος Άγιος Φώτιος ο Μέγας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλως υπογραμμίζει ότι η νηστεία είναι ευάρεστη στο Θεό όχι όταν είναι «νηστεία τροφών αλλά νηστεία παθών», αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Νηστεία Θεώ αποδεκτή η μετά των βρωμάτων (τροφών) αποχής και των αμαρτημάτων αποστροφής, του φθόνου, του μίσους, της συκοφαντίας, της λοιδορίας, της γλωσσαλγίας, των άλλων κακών…». Απευθυνόμενος δε ο Ιερός Φώτιος σε προσωπικό επίπεδο προς κάθε άνθρωπο, ο οποίος αγωνίζεται στην πνευματική παλαίστρα κατά των παθών, διατυπώνει λόγο νουθεσίας και διδαχής: «νηστεύεις από τις τροφές; Καλώς πράττεις, διότι αυτό είναι όπλο κατά των παθών για όσους βέβαια το χρησιμοποιούν με ορθό τρόπο. Νήστευσε και από τον φθόνο για να λογισθεί η νηστεία σου ενώπιον του Θεού ως (αληθής) νηστεία και όχι ότι είναι προσωπείο για να καλύπτονται οι άλλες κακίες ωσάν κάτω από παραπέτασμα υπό το πρόσχημα της ασιτίας. Νήστευσε, άνθρωπε, από τον φθόνο, διότι, ο φθόνος είναι το εντρύφημα  του διαβόλου, το γεώργιο της πονηράς εκείνης φύσεως. Στους ανθρώπους προσήκει να νηστεύουν από τροφές και πολύ περισσότερο εσύ θα πρέπει να απέχεις «και της των δαιμόνων σιτεύσεως»… Νηστεύεις από τροφές; Νήστευε και από την κενοδοξία διότι αυτή είναι μητέρα του φόνου η οποία συνανδρώνεται με την άνοια… νήστευε από την καταλαλιά και την συκοφαντία. Και αυτά είναι γεννήματα του φθόνου και πρωτότοκες αδελφές του φθόνου…».

Από τα πλέον επώδυνα και δυσβάστακτα πνευματικά παλαίσματα κατά των παθών είναι εκείνα τα οποία αφορούν τα πάθη της Κενοδοξίας και Υπερηφανείας. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στο μνημειώδες θεόπνευστο έργο του «Κλίμαξ» καταθέτει τις προϋποθέσεις για την αγιοπνευματική και ασκητική εν Χριστώ ζωή και ως πνευματικός ψυχοανατόμος των ανθρώπων διδάσκει πώς αναφύεται η πολύμορφη κενοδοξία και η δίδυμη αδελφή της, η υπερηφάνεια, στην ψυχή και διάνοια των ανθρώπων καθώς και πώς δύναται ο εν Χριστώ αγωνιζόμενος άνθρωπος να καταπολεμήσει τα δύο αυτά πάθη με τα λυσιτελή πνευματικά αντίδοτα.

Ο Ιερός πατήρ πρωτίστως διευκρινίζει ότι η κενοδοξία είναι η δίδυμη αδελφή ή η άλλη όψη του ενός και αυτού νομίσματος της υπερηφάνειας καθώς αμφότερα τα πνευματικά αυτά πάθη κατατάσσονται στην ίδια τάξη, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Ποιός μπορεί να έχει υπερηφάνεια, αφού ενίκησε την κενοδοξία; Τόση δε μόνο διαφορά έχουν μεταξύ τους, όση έχει εκ φύσεως το παιδί από τον άνδρα και το σιτάρι από τον άρτο. Το πρώτο  δηλαδή είναι η αρχή και το δεύτερο το τέλος». Ορίζοντας δε ο ίδιος το πάθος της κενοδοξίας επισημαίνει ότι: «η κενοδοξία είναι ως προς μεν την μορφή, μεταβολή της φυσικής τάξεως και διαστροφή των καλών ηθών και παρατήρηση παντός αξιομέπτου πράγματος. Ως προς δε την ποιότητα, σκορπισμός των καμάτων, απώλεια των ιδρώτων, δόλιος κλέπτης του θησαυρού, απόγονος της απιστίας, πρόδρομος της υπερηφάνειας, ναυάγιο μέσα στο λιμάνι, μυρμήγκι στο αλώνι, που είναι μεν μικρό, αλλά απειλεί να κλέψει αθόρυβα όλον τον καρπό και τον κόπο του γεωργού…».

Η κενοδοξία είναι πολύμορφη και όταν δεν πολεμείται με τα πνευματικά αντίδοτα της ταπεινώσεως και της μετανοίας, τότε τρέφεται αδιαλείπτως και κυριαρχεί εφ’ όρου ζωής καταδυναστεύοντας τον υποτεταγμένο άνθρωπο. Ο της Κλίμακος Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης επισημαίνει σχετικά: «Παρατήρησε και θα δεις ότι αυτή η ανόσιος, δηλαδή η κενοδοξία, είναι ακμαία και μέχρι του τάφου. Θα την δεις στα ρούχα και στα μύρα και στην νεκρική πομπή και στα αρώματα και σε πολλά άλλα. Παντού λάμπει ο ήλιος άφθονα, και παντού σε κάθε έργο χαίρεται η κενοδοξία. Π.χ. όταν νηστεύω, κενοδοξώ, αλλά και όταν καταλύω, για να μη φανεί η αρετή μου, πάλι κενοδοξώ με την ιδέα ότι είμαι συνετός. Όταν φορώ λαμπρά ρούχα νικώμαι απ’ αυτήν αλλά και όταν τα αντικαταστήσω με ταπεινά πάλι κενοδοξώ. Όταν ομιλώ, νικώμαι, αλλά και όταν σιωπώ πάλι νικώμαι. Όπως και αν ρίξεις αυτή την τρίβολο άκανθα, ίσταται όρθιο το κεντρί της».

Το πάθος της κενοδοξίας δεν παρατηρείται μόνο επί κοσμικών ζητημάτων αλλά ενεργεί ακόμη και στα ιδιαιτέρως κρίσιμα ζητήματα της πίστεως και της εν Χριστώ πνευματικής ζωής, επειδή όπως υπογραμμίζει ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο κενόδοξος δείχνει ότι είναι πιστός, ενώ είναι ειδωλολάτρης, φαινομενικά μεν σέβεται τον Θεόν, αλλά στην πραγματικότητα επιζητεί να αρέσει στους ανθρώπους και όχι στο Θεό. Κενόδοξος είναι κάθε επιδεικτικός άνθρωπος. Του κενοδόξου η νηστεία είναι χωρίς μισθό και η προσευχή άκαιρη και άστοχη. Διότι και τα δύο τα κάνει για τον ανθρώπινο έπαινο. Ο κενόδοξος ασκητής είναι διπλά αδικημένος, αφού και το σώμα του το τυραννεί, και μισθό δεν παίρνει». Οι δε πνευματικές συνέπειες της κενοδοξίας είναι καταστροφικές για τον άνθρωπο επειδή: «Όσοι τιμώνται και προτιμώνται (η κενοδοξία) τους οδήγησε στην υπερηφάνεια και όσοι καταφρονούνται στην μνησικακία. Η κενοδοξία πολλές φορές αντί για τιμή προξένησε ατιμία. Διότι συνέβη να οργισθούν εξ αιτίας της οι μαθητές της, και έτσι τους εντρόπιασε αφάνταστα εμπρός στους άλλους… Κάνει μεγάλη έφοδο σε όσους έχουν φυσικά χαρίσματα, και εκμεταλλευόμενη αυτά οδήγησε πολλές φορές τους αθλίους στην πτώση».

Ο κενόδοξος άνθρωπος είναι πνευματικά διχασμένος άνθρωπος και ζει την απόλυτη σύγχυση στη διάνοια και στον ψυχικό του κόσμο. Είναι μια τραγική ύπαρξη, ένα τραγικό πρόσωπο που συνθλίβεται ανάμεσα στις συμπληγάδες της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Ο Όσιος Ιωάννης λέγει εν προκειμένω: «Αυτός που πουλήθηκε στην κενοδοξία ζει διπλή ζωή. Εξωτερικά και με το σχήμα του ζει ως μοναχός, με τις εσωτερικές του όμως σκέψεις και διαθέσεις ως κοσμικός… Όποιος υπερηφανεύεται για φυσικά χαρίσματα, δηλαδή οξύνοια, ευκολία στη μάθηση, στην ανάγνωση και στην προφορά, ευφυΐα και άλλα παρόμοια, αυτός ουδέποτε θα αποκτήσει τα υπερφυσικά αγαθά. Διότι ο άπιστος στα ολίγα θα φανεί και στα πολλά άπιστος και κενόδοξος».

Ο Ιερός της Εκκλησίας Θεόφρων Πατήρ Ιωάννης της Κλίμακος προτρέπει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν το πάθος της κενοδοξίας με το ισχυρότερο πνευματικό αντίδοτο που είναι η ταπείνωση, η εν Χριστώ συντριβή του «ιδίου θελήματος» επισημαίνοντας με έμφαση: «για την απόκτηση της τελείας αγάπης και πλουσιίων χαρισμάτων και θαυματουργικής και προορατικής δυνάμεως, πολλοί βασανίζουν και καταπονούν αδίκως το σώμα τους. Ελησμόνησαν οι ταλαίπωροι ότι όχι οι κόποι, αλλά κυρίως η ταπείνωση είναι η μητέρα όλων αυτών. Όποιος απαιτεί πνευματικά δώρα αντί των κόπων του, έβαλε σαθρό θεμέλιο. Όποιος όμως θεωρεί τον εαυτό του χρεωστή δούλο, αυτός ξαφνικά θα λάβει από το Θεό ανέλπιστο πνευματικό πλούτο». Στο δε στάδιο των πνευματικών παλαισμάτων με μόνη την ταπείνωση ως «συνέκδημο και συνοδοιπόρο» δύναται ο «καλής προαιρέσεως» άνθρωπος να «κλέψει την κενοδοξία» και να την νεκρώσει επιδιώκοντας την «άνω δόξα» διότι, όπως αναφέρει ο Θεοφώτιστος Όσιος Ιωάννης, «αυτός που εγεύθηκε εκείνη τη δόξα, θα καταφρονήσει κάθε επίγεια δόξα… πολλές φορές, ενώ μας είχε κλέψει η κενοδοξία, γυρίσαμε και την εκλέψαμε εμείς με πιο έξυπνο τρόπο. Είδα μερικούς που άρχισαν κάποια πνευματική προσπάθεια από κενοδοξία και, μολονότι η αρχή ήταν αξιόμεμπτη, το τέλος υπήρξε καλό και επαινετικό, διότι εν τω μεταξύ μετέστρεψαν την κακή σκέψη».

Η κενοδοξία είναι «μητέρα της υπερηφάνειας» και αμφότερες ως αδηφάγα πάθη ωθούν τον άνθρωπο να επιλέγει όχι την εν Χριστώ δόξα αλλά την κατά κόσμον εφήμερη δόξα, η οποία είναι συνέπεια «εωσφορικής εργασίας και απάτης». Η δε μιαρή κενοδοξία μας επιβάλλει να προσποιούμαστε ότι έχουμε αρετές που δεν έχουμε και να εργαζόμαστε «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» (Ματθ. 23,5).

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός ως η ενσαρκωμένη άκρα ταπείνωση και αγάπη, ευαρεστείται όχι με τους πνευματικά ασθενείς κενοδόξους αλλά με τους «ταπεινούς την καρδία και το φρονήματι ακενοδόξους». Πολλές φορές ο ψυχοανατόμος Κύριος παιδαγωγεί και ασκεί πνευματικά τους κενοδόξους τους οποίους οδηγεί με κάποιο ατιμωτικό γεγονός ή ράπισμα σε «ακενοδοξία». Γι’ αυτό, επειδή υπάρχουν και μερικοί κενόδοξοι οι οποίοι θεωρούν υποχρεωμένο τον Θεό να τους εισακούσει σε ορισμένα αιτήματά τους, ο Κύριος συνηθίζει να τους προλαμβάνει και να πραγματοποιεί ό,τι θα του ζητούσαν στις προσευχές τους, και τούτο για να μη τα λάβουν με την προσευχή και αυξήσουν την οίησή τους.

Ο τύφος της μιαρής κενοδοξίας γεννά την επίπλαστη συμπεριφορά και την επιδειξιομανία που αντιμετωπίζονται με την προσευχή και την άδολη απλότητα, επειδή ως επί το πλείστον οι απλοί και απονήρευτοι, δηλαδή οι όντως «ακενόδοξοι», δεν περιπίπτουν στο φαρμακερό αυτό πάθος, αφού η κενοδοξία είναι διώκτης της απλότητος. Η δε ενθύμηση του πένθους και της αδοξίας όταν έλθει η ώρα του θανάτου μπορούν να συντρίψουν το αδηφάγο τέρας της κενοδοξίας. Στο πλαίσιο αυτό της εν Χριστώ πνευματικής ασκήσεως και πάλης κατά των παθών ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει ότι: «αρχή της ακενοδοξίας είναι η προφύλαξη του στόματος και η αγάπη της ατιμίας. Μέσον, η απόρριψη κάθε έργου που μας προτείνουν οι λογισμοί της κενοδοξίας. Και τέλος, εάν βεβαίως υπάρχει τέλος στην άβυσσο, το να πράττουμε ασυναίσθητα ενώπιον πλήθους κάθε τι που μας εκθέτει».

Όταν όμως δεν νεκρώνεται  το πάθος της κενοδοξίας τότε γεννά το πάθος της υπερηφανείας, επειδή κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος «υπάρχει κάποιο σκουλήκι που, αφού αυξηθεί, βγάζει πτερά και πετά στα ύψη. Ομοίως και η κενοδοξία σαν αυξηθεί, γεννά την υπερηφάνεια, που είναι ο αρχηγός και η τελείωση (η αρχή και το τέλος), όλων των κακών… Αρχή της υπερηφανείας είναι το τέλος της κενοδοξίας. Μέσον, η εξουδένωση του πλησίον, η αναιδής φανέρωση των κόπων μας, ο εσωτερικός αυτοέπαινος, το μίσος των ελέγχων. Και τέλος, η άρνηση της βοηθείας του Θεού, η εξύψωση της δικής μας ικανότητος, η δαιμονική συμπεριφορά».

Ο Ιερός Πατήρ ορίζει το πάθος της υπερηφανείας ως: «άρνηση του Θεού, εφεύρεση των δαιμόνων, εξουδένωση των ανθρώπων, μητέρα της κατακρίσεως, απόγονος των επαίνων, απόδειξη ακαρπίας, φυγαδευτήριο της βοηθείας του Θεού, πρόδρομος της παραφροσύνης, πρόξενος πτώσεων, αιτία της επιληψίας, πηγή του θυμού, θύρα της υποκρίσεως, στήριγμα των δαιμόνων, φύλαξ των αμαρτημάτων, δημιουργός της ασπλαχνίας, απάνθρωπος δικαστής, αντίπαλος του Θεού, ρίζα της βλασφημίας».

Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το πάθος της υπερηφανείας ενυπάρχει στην όλη ύπαρξη ενός ανθρώπου είναι η ίδια η ατιμωτική πτώση του διότι η υπερηφάνεια γεννά και επιφέρει την ανθρώπινη πτώση, η οποία είναι και η ισχυρότερη παίδευση των υπερηφάνων. Ο θεοκίνητος ασκητής Ιωάννης της Κλίμακος εναγωνίως προτρέπει τον αλυσοδεμένο με το πάθος της υπερηφάνειας άνθρωπο να συναισθανθεί την μικρότητα, αναξιότητα και θνητότητά του διότι είναι πλασμένος από γη και ότι όλα τα χαρίσματά του, ακόμη και η γέννησή του, αποτελούν δωρήματα του Θεού, αφού, όπως αναφέρει: «Και αν ακόμη είχαμε υποστεί μυρίους θανάτους για την αγάπη του Χριστού, ούτε έτσι θα εξεπληρώναμε το χρέος μας».

Το εωσφορικό πάθος της υπερηφανείας ενεργεί δολίως και διαβρωτικά με αποτέλεσμα να οδηγεί τον πνευματικά τυφλωμένο άνθρωπο στην απώλεια, διότι σύμφωνα με τη διδασκαλία του της Κλίμακος Ιωάννου, «υπερηφάνεια σημαίνει,  εσχάτη πτώχεια μιας ψυχής που παρουσιάζεται κατά φαντασίαν ως πλουσία, και πού νομίζει ότι ζει στο φως, ενώ ευρίσκεται μέσα στο σκότος. Όχι μόνο δεν αφήνει τούτη η μιαρά να προοδεύει κάποιος, αλλά και από ψηλά τον ρίχνει κάτω. Υπερήφανος σημαίνει, ρόδι σαπισμένο εσωτερικώς, που εξωτερικώς γυαλίζει το χρώμα του».

Ο αόρατος πόλεμος κατά των παθών της κενοδοξίας και της υπερηφανείας στην εν Χριστώ πνευματική παλαίστρα διαρκεί εφ’ όρου ζωής και μέχρι την εσχάτη ώρα του θανάτου των ανθρώπων. Τα πνευματικά φάρμακα ή αντίδοτα στο εωσφορικό δηλητήριο με το οποίο η κενοδοξία και η υπερηφάνεια μολύνουν την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια, είναι η ταπείνωση, η εν Χριστώ αδιάλειπτη νοερά προσευχή, η συναίσθηση της αναξιότητας, της αμαρτωλότητας και της θνητότητας του χοϊκού ανθρώπου, καθώς και η αναγνώριση και εναπόθεση της σωτηρίας του μόνο στο πρόσωπο του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, διότι κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος: « Πολλοί υπερήφανοι… αυταπατήθηκαν κι ενόμισαν ότι έφθασαν στο ύψος της απάθειας. Αλλά την ώρα του θανάτου είδαν την πτωχεία τους. Όποιος συνελήφθη απ’ αυτήν, δηλαδή την υπερηφάνεια, μόνο στη βοήθεια του Κυρίου μπορεί να ελπίζει, επειδή γι’ αυτόν είναι μάταιο να περιμένει σωτηρία από ανθρώπους». Επιπροσθέτει δε ο Ιερός Πατήρ ότι: «Η κενοδοξία είναι ο ίππος επί του οποίου  είναι ανεβασμένη η υπερηφάνεια, την οποία μόνο η ταπείνωση και η «αυτομεμψία» δύναται να περιπαίξουν, να καταβαραθρώσουν και να νικήσουν». Δυσχερές το πάλαισμα, αλλά αθλοφόρο μόνο εν Χριστώ Ιησού.

 

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός

 

 

ΑΛΑΝΤΙΝ ΣΟΥΡΜΕΛΙ, Ο ΤΟΥΡΚΟΣ… ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Πριν ακριβώς από δυο χρόνια και συγκεκριμένα στις 18 Φεβρουαρίου του 2013, απεβίωσε ο Alaattin Sürmeli, ένας Τούρκος… αγιογράφος, (ναι μάλιστα), που είχε προκαλέσει αίσθηση σε όλη την Τουρκία για τις θαυμαστές ελληνορθόδοξες αγιογραφίες του.

Ο Αλαντίν Σουρμελί έγινε γνωστός για πρώτη φορά στις 26 Σεπτεμβρίου του 2000 όταν είχε δηλώσει τότε σε τηλεοπτική εκπομπή του τουρκικού καναλιού, NTV, (η οποία υπάρχει στο αρχείο μας), πως είναι αγιογράφος και πως λατρεύει το επάγγελμα του το οποίο έχει δώσει μια άλλη διάσταση στην ζωή του. Αναφερόμενος στο πώς έγινε αγιογράφος είχε τότε ομολογήσει : «Κάποτε είχε πάει να επισκεφτεί την παλιά χριστιανική εκκλησία της Αντάκιας, (Αντιόχειας), ένας ελληνορθόδοξος χριστιανός παπάς. Ο παπάς αυτός γοητεύτηκε από μια καταστραμμένη εικόνα και μου ζήτησε να την αναπαλαιώσω και να την ξανακάνω όπως ήταν, όταν την είχαν ζωγραφίσει οι χριστιανοί αγιογράφοι της παλιάς εκκλησίας. Αποφάσισα να την αναπαλαιώσω και όταν τελείωσα την δουλειά μου και την έδειξα στον παπά και αυτός γοητεύτηκε από την εργασία μου. Έδειξε την εικόνα και σε άλλους και μετά από λίγο καιρό ήρθαν και άλλοι χριστιανοί, (από πού ;), και μου ζήτησαν να ζωγραφίσω χριστιανικές εικόνες. Το έργο μου τους άφησε πολύ ικανοποιημένους και στη συνέχεια άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με την αγιογραφία και έγινα κανονικός αγιογράφος».

Ο Αλαντίν Σουρμελί, όπως ανέφεραν τα τουρκικά δημοσιεύματα, είχε από μικρός κλίση στις καλές τέχνες ενώ διάβαζε ιστορία και τον γοήτευε η φυσική ομορφιά την οποία είχε αναπαραστήσει στα πρώτα έργα του. Ήταν το «τσιράκι», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, του ονομαστού Τούρκου ηθοποιού, Νετζάτ Ουϊγούρ. Συνεχίζοντας τις ομολογίες του είχε πει : «Πιστεύω πως ήταν θεϊκή επιταγή να ασχοληθώ με τα χριστιανικά μωσαϊκά. Επί χρόνια είχα δουλέψει στην Σμύρνη σαν καλλιτέχνης ζωγράφος και το 1967 είχα επιστρέψει απογοητευμένος στην πατρίδα μου, την Αντάκια και άρχισα να ασχολούμαι με το να κάνω επιγραφές, όταν τότε με επισκέφτηκε ο Χριστιανός παπάς για να μου αναθέσει να ζωγραφίσω αγιογραφίες. Από τότε έχει αλλάξει ριζικά όλη η ζωή μου και έχω επιδοθεί στην αγιογραφία με την οποία ασχολούμαι αποκλειστικά. Έχω ζωγραφίσει τον Ιησού Χριστό, την Πανάγια, Ανά Μεριέμ, (έτσι ονομάζουν οι μουσουλμάνοι την Παναγία), καθώς και σκηνές από τα θαύματα του Ιησού Χριστού. Όλα τα έργα μου έχουν εκπλήξει τους χριστιανούς με την επιτυχή αναπαράσταση τους και την πιστότητα των εικόνων που έχω αγιογραφήσει και συνεχώς μου αναθέτουν και νέες παραγγελίες για αγιογράφηση χριστιανικών εικόνων».

Όπως τόνισε ο Αλαντίν Σουρμελί, «η αγιογραφία για μένα δεν είναι μια απλή τέχνη, αλλά κάτι παραπάνω. Η αγιογραφία έχει γίνει ολόκληρη η ζωή μου και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει πια κάτι άλλο. Με κάθε εικόνα που ασχολούμαι, πρώτα συγκεντρώνομαι πάνω σε κάθε γραμμή που θα τραβήξω πάνω της. Η αγιογραφία είναι μια τέχνη που απαιτεί ειδική προσοχή και για τον λόγο αυτό θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να αποδώσει».

Η φήμη του Τούρκου αυτού αγιογράφου όπως είχε γράψει και η τουρκική εφημερίδα Τζουμχουριέτ, στις 26/9/ 2000, έχει απλωθεί σε όλη την Τουρκία και όχι μόνο.

Εμείς του ευχόμεθα για το πραγματικά θαυμαστό του έργο, καλη συγχώρεση από τον Παντοδύναμο.

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος