\»ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ\» (ΕΞΗΓΗΣΗ)

ΕΞΗΓΗΣΗ

Κι εσύ ω ζωντανέ νεκρέ δεν παύεις διαρκώς να µε εκπλήσσεις µε τις κάτωθεν και ενίοτε άνωθεν αποδράσεις από τη νεκρική φρονιµάδα σου. Με πόση ευκολία ω ζωντανέ νεκρέ σπεύδεις να στηλιτεύσεις, µε απαράµιλλη οµολογώ δεξιότητα και περισσή ειρωνεία, την αποχή µου από τα δρώµενα, τις κοµµατικές ζυµώσεις και τα περίφηµα παραπολιτικά των περιστυλίων. Παρ’ όλα αυτά θα ανταποκριθώ στις αιτιάσεις σου να τοποθετηθώ –όχι πως είµαι κάποιος άξιος λόγου ή κάτοχος της αλήθειας, αλλά τέλος πάντων- τονίζοντας σου πως µήτε ποτέ υπήρξα κάτοχος της νεκροθαφτικής τέχνης µήτε –Θεός φυλάξοι- νεκρόφιλος.

Για να µην τυχόν, όµως, θεωρηθώ είρωνας και κλέφτης αναχθώ των προνοµίων σου καθώς ούτε να σε παρασύρω σε κατάκριση επιθυµώ, οµολογώ ότι πέραν της ειλικρινέστατης συµπάθειας µου προς τους φίλτατους νεκροθάφτες, 12 ψυχανεµίζοµαι πως λίαν συντόµως θα έρθουµε στην ανάγκη των πλέον επιτήδειων και εξειδικευµένων του σιναφιού τους.

Πριχού, λοιπόν, αναλυθώ επί του σκεπτικού µου -ότι επουδενί επιθυµώ να σε επιβαρύνω µε επιπλέον σκιές- και πριν παραθέσω λίγες λεπτοµέρειες επί αυτού, επίτρεψε µου να σου γνωρίσω ότι το τελευταίο διάστηµα ένοιωσα αδήριτη την ανάγκη αναµόχλευσης του αλφάβητού µας, µήπως κι έτσι καταφέρω και προσδώσω, ο µέτριος, νόηµα στην παρουσία µου στο σήµερα και κατ’ επέκταση φανώ κάπως χρήσιµος για το αύριο. Το λοιπόν, επιδόθηκα µε το ζήλο του πρωτάρη, ζώντας ταυτόχρονα το έκθετο ξάφνιασµα του ηµιµαθή, στο ψηλάφισµα του ίχνους που αφήσαµε ως Γένος στο διάβα των αιώνων, σε αυτό που λέµε Iστορία, µήπως και κατανοήσω ο ταλαίπωρος τι µας φταίει ως Φυλή και πως εντέλει φτάσαµε στον κατακερµατισµό.

Εν ολίγοις εκεί όπου καταλήγω, ως καταστάλαγµα της περιπλάνησης µου στην αρχαιότητα, στη Μακεδονία, στο Βυζάντιο είναι ότι επί του παρόντος πιότερο οφείλουµε να επικεντρωθούµε στην αποκωδικοποίηση και πρόσληψη της µιας συγκεκριµένης συµπεριφοράς και µείζονος πραγµατικότητας την οποία κατάφεραν οι πρόγονοί µας κατά τη διάρκεια των περιόδων τούτων παρά να αναλωνόµαστε σε οιασδήποτε µορφής ψευδοσυναισθηµατικές προσπάθειες προβολής των εν λόγω περιόδων στο τώρα.

Αυτό που µας χρειάζεται σήµερα, σχεδόν για λόγους επιβίωσης και εφόσον βέβαια πιστεύουµε και ελπίζουµε σε κάποια αποκατάστασή µας στην όντως ζωή, είναι το να συλλέξουµε σταλαγµατιά – σταλαγµατιά τον τρόπο µε τον οποίο οι προκάτοχοι µας, το προγονικό µας, κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τη στενή ελλαδικότητά καθιστώντας την ελληνικότητα πρόταση βίου οικουµενική και διαχρονική ανάγκη ηθικής ολοκλήρωσης.

Έπειτα, µ’ αυτό το ζωτικό αέναο πρωτόγαλα να θρέψουµε τις συγκαιρινές γενεές, καθώς και τις µέλλουσες ελθείν, ώστε να ανδρωθούν και ανδρειωθούν ελληνικά και ορθόδοξα, ηρωικά και άγια και µε εµάς από κοντά, αφότου ασφαλώς πρωτύτερα έχουµε αντιµετωπίσει το προσωπικό µας χάλι, να αποτινάξουµε από πάνω µας τη σηµερινή ντροπιοσύνη χάριν µίας νέας και επίκαιρης Ρωµηοσύνης.

Ο άνθρωπος αφού εν Θεώ τακτοποιήσει τα του οίκου του, δηλαδή τα εσώτερά του, ανοίγει, διευρύνεται, πλαταίνει και φτιάχνει συνανθρώπους και φτιάχνει φαµίλιες και φτιάχνει γενεές και φτιάχνει πλατείες και εκκλησιές ώστε να πραγµατώνεται κοινωνικά, πνευµατικά και ηθικά, εντέλει φτιάχνει συλλογικά υποκείµενα, αυτό που λέγεται Φυλή. Έτσι φτιάχνονται οι Ρωµηοσύνες ω ζωντανέ νεκρέ… µε νοικοκυροσύνη, σύνεση και ευθύτητα κι όχι µε φραστικά νταϊλίκια, κοµπογιαννίτικες υποσχέσεις και µηχανορραφίες.

Τα συµπεράσµατα, λοιπόν, τούτης της περιπλάνησης συγκεκριµένα και ίσως συν Θεώ και εν καιρώ στα αναλύσω περαιτέρω, όµως… πόσο πολύ µου έλλειψε αυτό το φρέσκο αεράκι, η λαϊκή, φιλοπατριωτική πνοή της ιδιοσυστασίας µας, που τίποτα µα τίποτα δεν το έφραζε. Να πνεύσει και να διαχυθεί σ’ όλα τ’ ασβεστωµένα τα σοκάκια της πατρίδας µας καθώς µες στις ψυχές µας. Κι όλα να γίνουν από την αρχή, όχι ως δια µαγείας απ’ το διαλογισµό κάποιου γκουρού ή το ραβδί κάποιας νεράιδας, αλλά µε πανστρατιά των µπράτσων και των νοών, µε ευλογηµένο κάµατο που 13 ιαίνεται απ’ την ενδόµυχη επαλήθευση της συνειδήσεως ότι ορθοπραττούµε, ώστε να ανασάνουµε ξανά ελεύθερα, όπως ακριβώς µας πρέπει.

Επανερχόµενος στα αρχικά, σου υπενθυµίζω αυτό που δίδαξε η Κεφαλή µας, άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς. Το αυτό, λοιπόν, σε καλώ να πράξεις αφήνοντας να ασχοληθούν οι νεκροί µε τους νεκρούς. Με όλα αυτά, δηλαδή, τα θνησιγενή δανεικά ιδεολογήµατα ενός κάποιου διαφωτισµού και ενός κάποιου ιστορικού υλισµού που έχτισαν νόµιζαν οι φουκαράδες ανθρώπους στιβαρούς, ακέραιους και ελεύθερους, αλλά όπως η τρέχουσα κατάσταση αποδεικνύει, κενούς, ανίκανους για την ορµέµφυτη αναζήτηση του είναι τους στους άλλους, εγκλωβισµένους στην ανηµποριά του χαµένου τους εαυτού.

Το σώµα τους το άψυχο, το από γεννησιµιού τους κακοφορµισµένο, µε επιµέλεια επέµεναν να καλλωπίζουν οι όπου γης διεθνιστές ώστε κατόπιν µε το στανιό να το προξενεύουν στου κόσµου τους αδιάφορους και ανήµπορους. Και όψιµα ήρθαν οι ξεδιάντροποι στην αφεντιά µας να µας το βιζιτέψουν µιλώντας µας για ηθική. Ποιοι;.. Όλοι αυτοί οι ηγετίσκοι της κατά τα άλλα, µα όπως εκκωφαντικά αποδεικνύεται κατ’ επίφαση, προκοµµένης και κατασταλαγµένης οικουµένης, που ενώ αδυνατούν να ορίσουν τον εαυτό τους και τις εµπαθείς, ανθρωποκτόνες ροπές τους, έσπευσαν µε ύφος χιλίων καρδιναλίων και βάλε να µας µιλήσουν για τα πρέπει τους και να µας εµφυσήσουν την περίφηµη «λογική» τους.

Αλλά ας όψεται ω ζωντανέ νεκρέ, ας όψεται µ’ όλους αυτούς τους αδιευκρίνιστους και στο αλλότριο δοτικούς που πιάσαν το τιµόνι και που µε το στανιό, µ’ εµπάθεια ή βλακεία µας έδεσαν στο τραίνο του υποβολιµαίου εκσυγχρονισµού, το οποίο σηµειωτέον τροχοδρόµησε για το τελευταίο του δροµολόγιο προς το λάκκο µε τη µπόχα των πτωµατικών ξενόφερτων και αµάσητα υιοθετηµένων ιδεολογηµάτων.

Για αυτό στερνή φορά στο διαµηνύω επανερχόµενος εκ νέου στ’ αρχικά, δίχως να το ‘χω άλλωστε καµιά υποχρέωση, κι αν θέλεις σύλλαβε το· δεν ενδιαφέροµαι για τη νεκροφιλία. Κι αν θες να µ’ ακούσεις άκουσε µε κι αφού απεκδυθείς του µισού σου νεκρού εαυτού ρίξε ένα σάλτο απ’ το τραίνο το δυσώδες. Ίσα που προφταίνεις. Και που σε, ζωντανέ νεκρέ· άσε σου λέω στην άκρη τη νεκρική φρονιµάδα σου. Αλλά µε φρόνιµη ζωντάνια, γιατί οι νεκροθάφτες ετοιµάζονται.

 

 

Από τη συλλογή πεζών – δοκιμίων του Γεωργίου Κ. Τασούδη με τίτλο «Τα ιδιωτικά για το δημόσιο».

Πρώτη δημοσίευση στις «Εικονογραφίες»