Ζαμφίρα η τσιγγάνα

Εδώ και επτά χρόνια είμαι ιερέας στο παρεκκλήσι των φυλακών Προύνκου στο Κίσιβο (σ.σ.Δημοκρατία της Μολδαβίας). Επειδή παράλληλα υπηρετώ και στην ενορία μου κάνω εκεί ακολουθίες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.

Με βοηθούν κάποιοι κρατούμενοι ως εθελοντές. Ένα από τα καθήκοντά τους είναι να προετοιμάσουν τους κρατουμένους που θα συμμετάσχουν στην Ακολουθία της επομένης ημέρας δινοντάς τους να διαβάσουν είτε το Ωρολόγιο είτε κάποιο από τα βιβλία που έχουμε στην μικρή μας βιβλιοθήκη.

Θέλω όμως να σας διηγηθώ κάτι που συνέβη το φθινόπωρο του 2008.

Οι φυλακές Προύνκου.είναι οι μοναδικές φυλακές νοσοκομείο στο οποίο βρίσκονται και άντρες και γυναίκες. Σε ένα κελί του χειρουργικού τμήματος βρισκόνταν και η Ζαμφίρα η τσιγγάνα. Όταν ένας από τους εθελοντές πήγε στο κελί για να ρωτήσει ποιός θα συμμετείχε στην ακολουθία της επομένης ημέρας η Ζαμφίρα του είπε: «Εγώ θα έρθω αλλά δεν έχω ανάγκη τα βιβλία σου». Η Ζαμφίρα ήταν περίπου 36 ετών, όμορφή και απ’όσα είχα καταλάβει ”ελαφρών ηθών”. Ήταν στην φυλακή από τα δεκαέξι της χρόνια επειδή είχε σκοτώσει το παιδί της αλλά και γιά άλλα σοβαρά παραπτώματα.

Την επομένη λοιπόν η Ζαμφίρα ήρθε στην ακολουθία στο παρεκκλήσι. Την ημέρα εκείνη διαβάσαμε τον Ικετήριο κανόνα προς τον Ιησού Χριστό,την Παράκληση της Παναγίας και τον κανόνα της Θείας Μεταλήψεως. Η Ζαμφίρα όμως στο πίσω μέρος του ναού απαντούσε σε κάθε προσευχή κοροιδευτικά και έκανε άσχημες χειρονομίες. Φυσικά ενοχλούσε και εμένα αλλά και τους άλλους κρατουμένους οι οποίοι ήταν περίπου 35, άνδρες και γυναίκες. Κανείς δεν τολμούσε να της κάνει παρατήρηση επειδή είχε ένα κάποιο ”κύρος”στον υπόκοσμο. Παρότι ήταν 36 ετών ήταν ψηλά στην ιεραρχία κάτι που όλοι οι κρατούμενοι σέβονταν απολύτως. Έδωσε ολόκληρη παράσταση και κάποιους τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Την άφησα ήσυχη,μόνο την ρώτησα:

«Πώς σε λένε»; «Ζαμφίρα»μου απάντησε. Της είπα να ησυχάσει. «Καλά»μου απάντησε αυτή, συνέχισε όμως τα ίδια.

Μετά την ακολουθία τους εξομολόγησα όλους. Σε μια γυναίκα  η οποία ζούσε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα είπα: «Δε μπορώ να σε κοινωνήσω τώρα. Θα κάνεις τον κανόνα που θα σου δώσω και θα έρθεις σε δύο εβδομάδες να κοινωνήσεις». Μόνο η Ζαμφίρα δεν εξομολογήθηκε.

Τότε την ρώτησα: «Εσυ θα εξομολογηθείς;

-Όχι δεν θα εξομολογηθώ, γιατί αν θα εξομολογηθώ θα σου πέσουν οι τρίχες από την μύτη.(σ.σ.αργκώ των φυλακισμένων).

-Τότε γιατί ήρθες στην εκκλησία αφού ούτε εξομολογείσαι, ούτε προσεύχεσαι, ούτε ακούς την ακολουθία.Ήρθες για βόλτα;

-Όχι ήρθα για να δω πόσο όμορφος είσαι.

Σε όλα απαντούσε πολύ απότομα. Τότε είπα : «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου»

Μετά από δύο εβδομάδες έστειλα έναν εθελοντή στην γυναικα στην οποία είχα βάλει κανόνα και η οποία έμενε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα, για να της θυμίσει ότι θα κοινωνήσει και να ετοιμαστεί. Πάει ο εθελοντής στο κελί και της λεει «Ο ιερέας είπε πως επειδή αύριο θα κοινωνήσετε να ετοιμαστείτε και να διαβάσετε την προσευχή προ της Θείας Μεταλήψεως» Της έδωσε ένα Ωρολόγιο και αμέσως πετάχτηκε η Ζαμφίρα,

«Θέλω και εγώ να πάω αύριο στην εκκλησία.

-«Όχι δεν θα πας επειδή δεν κάθεσαι ήσυχη» της είπε ο εθελοντής.

-«Σε παρακαλώ, θέλω να πάω» επέμενε η Ζαμφίρα. «Δώσε μου ένα βιβλίο να διαβάσω».

Της έδωσε το Ψαλτήρι. Δεν ξέρω τι διάβασε και πόσο διάβασε αλλά την επόμενη ημέρα ήρθε και με βρήκε μια συγκρατούμενή της και μου είπε:

«Πάτερ η Ζαμφίρα δεν είναι καλά στο μυαλό της»

-«Δηλαδή,τι θέλεις να πεις»; ρώτησα εγώ.

-«Όλη νύχτα έκλαιγε. Διάβαζε και έκλαιγε. Δεν ξέρω τι διάβασε αλλά έκλαιγε πάρα πολύ.

Αφού τους εξομολόγησα όλους πήγα στην Ζαμφίρα. Ήταν γονατισμένη σε μια γωνία.Φαινόνταν κλαμμένη. Δεν έλεγε τίποτα.

-«Θέλεις να εξομολογηθείς;

-«Ναι πάτερ θα εξομολογηθώ, αλλά δεν θα εξομολογηθώ όπως όλοι οι άλλοι.

-«Πες μου πώς θέλεις».

-«Θέλω να εξομολογηθώ με δυνατή φωνή,μπροστά σε όλους.»

Και όπως στεκόμουν εγώ με το πρόσωπο προς την εικόνα του Χριστού, γύρισε προς τους άλλους κρατουμένους και άρχισε να εξομολογείται δημόσια!

Η εξομολόγηση κράτησε 45 λεπτά. Σε κάθε αμαρτία έκλαιγε, έκανε μια μετάνοια και έλεγε: «Παρακαλώ συγχωρέστε με». Αφού τελείωσε σκέφτηκα. ”Να την κοινωνήσω”; Σύμφωνα με τους κανόνες του Αγίου Βασιλείου έπρεπε να μην της επιτρέψω να κοινωνήσει για τριακόσια χρόνια με τόσο βαριές αμαρτίες που είχε κάνει.

Αυτό που κατάφερα να μάθω ήταν πως η γιαγιά της την είχε βαπτίσει όταν ήταν μικρή αλλά ποτέ δεν είχε κοινωνήσει. Συνεπώς θα ήταν η πρώτη φορά.

Δεν είχε φάει τίποτα εκείνο το πρωινό. Σκεφτόμουν τι θα έκανε ο Χριστός μετά από μια τέτοια εξομολόγηση προσευχόμενος ως εξής: «Κύριε εαν την κοινωνώ αναξίως παίρνω εγώ επάνω μου αυτήν την αμαρτία». Την κοινώνησα. Μετά την Θεία Κοινωνία έλαμπε από χαρά και έψελνε ”Αλληλούια”. Βρισκόνταν σε μια τέτοια κατάσταση χαράς που σπάνια συναντάς και σε χριστιανούς που ζουν ελευθεροί στον κόσμο.

Το βράδυ μου τηλεφώνησε ένας φύλακας: «Πάτερ,η Ζαμφίρα πέθανε»μου λέει»!

Στις 9 το βράδυ έφτασα στην φυλακή και ρώτησα μια φυλακισμένη που είχε κοινωνήσει μαζί της,τι συνέβη και μου είπε:

«Πάτερ, ήταν πολύ χαρούμενη που κοινώνησε. Από το πρωί προσευχόνταν στο Θεό, μου μιλούσε για το Θεό, για την μετάνοια, για την πίστη και την αγάπη και έκλαιγε για τις αμαρτίες της. Κατά της οκτώ το βράδυ μου λέει: «Δεν αισθάνομαι καλά,κάτι έχω».

Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε, έβαλε τα πιο καλά της ρούχα και είπε: «Εγώ θα πεθάνω τώρα, δώστε μου ένα κερί» (σ.σ.Σε άλλες ορθόδοξες χώρες όταν κάποιος ξεψυχάει πάντα κρατούν δίπλα του ένα αναμμένο κερί). Της έφεραν το κερί, γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο και πέθανε!

Την επομένη ημέρα οι γιατροί έκαναν συμβούλιο. Έπρεπε να χειρουργηθεί για κοίλη αλλά δεν έβρισκαν μια αιτία για τον ξαφνικό θάνατό της. Εγώ πιστεύω πως ο Θεός περιμένει τον καθένα να επιστρέψει κοντά Του και όταν αυτό γίνει και είναι καθαρός τότε ο Θεός κρίνει εαν θα τον πάρει δίπλα Του.

Πηγή: agiameteora

Άγιος Πορφύριος: «Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή»

Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

«Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή»

«Σήμερα οι άνθρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γι’ αυτό αποτυγχάνουν.
Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς τον Χριστό και τους ανθρώπους.
Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή».

«Αγάπα όλους»

«Δεν πρέπει να κάνεις τον χριστιανικό σου αγώνα με κηρύγματα και αντιδικίες, αλλά με πραγματική μυστική αγάπη. Όταν αντιδικούμε, οι άλλοι αντιδρούν. Όταν τους αγαπάμε, συγκινούνται και τους κερδίζουμε. Όταν αγαπάμε, νομίζουμε ότι προσφέρουμε στους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρουμε πρώτα στον εαυτό μας. Η αγάπη χρειάζεται θυσίες. Να θυσιάζουμε ταπεινά κάτι δικό μας, που στην πραγματικότητα είναι του Θεού».

«Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς όλους»

«Ο Χριστός είναι η Εκκλησία και η Εκκλησία είναι ο Χριστός, που μας έχει προσλάβει όλους στον Εαυτό Του. Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς συγχρόνως όλους τους ανθρώπους, χωρίς να ρωτάς αν οι άνθρωποι είναι άξιοι της αγάπης ή ακόμη αν την αποδεχθούν ή την απορρίψουν. Όταν θέλεις να συναντήσεις τον Χριστό, θα Τον βρεις στο χώρο της Εκκλησίας, γιατί εδώ είναι ενωμένη ολόκληρη η ανθρωπότητα με τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού. Δεν μπορεί να επικοινωνείς με τον Χριστό και να μην τα έχεις καλά με τους άλλους ανθρώπους».

«Ο Θεός δεν τιμωρεί»

«Όχι, ο Θεός δεν τιμωρεί, ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται, απομακρυνόμενος από τον Θεό.
Είναι, ας πούμε: Εδώ νερό, εκεί φωτιά.
Είμαι ελεύθερος να διαλέξω. Βάζω το χέρι μου στο νερό, δροσίζομαι, το βάζω στη φωτιά, καίγομαι».

«Η αγάπη προς το Θεό»

Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πώς πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:

«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα. Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: Ο άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον Θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι΄ Αυτόν είναι ελάχιστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν».

Από το βιβλίο: «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ – ΚΟΖΑΝΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 2006

Πηγή: simeiakairwn

Βάστα, παιδί μου τον Σταυρό σου και ανάβαινε τον Γολγοθά. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης )

« Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν» που μας αναμένει. Χαίρε, παιδί μου, χαράν μεγάλην, ότι ο αγαθός Θεός, εις Ον ελπίζομεν την σωτηρίαν μας, θα μας αξιώση να είμεθα όλοι μαζί εις την ουράνιον βασιλείαν και να λέγωμεν τα ρήματα του Αγίου Ανδρέου, του δια Χριστόν σαλού «ω μακαρία η χειρ, η ταύτα ποιήσασα».

Η άνω Ιερουσαλήμ, η ευφρόσυνος πόλις, η αχειροποίητος, αναμένει τα τέκνα του Θεού, δια να τα περιθάλψη και να τα ξεκουράση με την μεγάλην της απόλαυσιν, τα τέκνα που εις την ζωήν αυτήν πάσχουν και οδυνώνται φέροντα το σώμα το πολύμοχθον.

Το Αρνίον το σφαγιασθέν δια την ιδικήν μας σωτηρίαν, Αυτό θα λούση και ημάς με το Πανάγιον Αίμά Του, θα πλύνη την βρώμα των αμαρτιών μας και θα μας αναπαύση αιώνια!

Βάστα, παιδί μου, γερά τον Σταυρόν σου και ανάβαινε τον σωτήριον Γολγοθάν, ο Οποίος θα μας οδηγήση εις την ζωοφόρον Ανάστασιν, όταν θα σαλπίση εν τη εσχάτη ημέρα η μεγάλη σάλπιγξ και θα φανερωθούν τα κρυπτά των ανθρώπων. Τι μεγάλη και αγία ημέρα δια τας σωζομένας ψυχάς, διότι τότε θα απολαύσουν πλήρως την ευλογίαν του Θεού! Τότε θα ανοιχθούν οι πνευματικοί θησαυροί της απείρου Θεότητος εις άπειρον απόλαυσιν άνευ διακοπής εις αιώνας αιώνων!

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης

Πηγή: orthodoxathemata

 

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Η προσωπική εμπειρία του π. Αντρέα Κονάνου με τον Άγιο

Γνώρισα τον π. Ιάκωβο Τσαλίκη, το 1990, με μια παρέα φίλων μου. Τον συνάντησα 3 φορές, σε επισκέψεις που έκανα στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ.
Είχα μείνει το βράδυ εκεί, μας φιλοξένησαν οι πατέρες.

Μια απ’ αυτές ήταν με τη θεολογική σχολή, που έκανε επίσκεψη στο μοναστήρι.

Έλεγε συνέχεια ¨με συγχωρείτε, τέκνο μου¨, σε κάθε τρεις προτάσεις το έλεγε, και δημιουργούσε γύρω του ένα κλίμα ταπείνωσης, εμπιστοσύνης και οικειότητας.
Είχε επίσης χιούμορ, έλεγε πολύ όμορφα αστεία, ευχάριστα λόγια, που σου έπαιρναν το ψυχοπλάκωμα.

Οι γιαγιάδες των γύρω περιοχών που ήταν επίσκεψη, τον έπιαναν απ’ τον ώμο, λες κι ήταν ένας απλός ιερέας. Ήταν καταδεκτικός. Λίγοι καταλάβαιναν ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ξεχωριστός και άγιος. Διότι ήταν απλός στο φέρσιμο.

Με πήρε στο ναό, στο καθολικό, μπροστά στο κάθισμά του, όρθιος αυτός, όρθιος κι εγώ.Με πλησίασε πολύ, έφερε το πρόσωπό του πολύ κοντά στο δικό μου, σχεδόν άγγιξε τη μύτη του κοντά στη μύτη μου, και μου είπε:

«Κι αν, παιδί μου, εξομολογείσαι τις αμαρτίες σου με συγχωρείτε να μην τις θυμάσαι πάλι. Αυτά που λες, τα παίρνει ο Θεός και σε καθαρίζει. Μη τα σκέφτεσαι πάλι και στεναχωριέσαι».
Εγώ, έκανα αυτό ακριβώς: εξομολογιόμουν, μα πάλι τα σκεφτόμουν και τα ανακύκλωνα, με αποτέλεσμα να θλίβομαι.

¨Εγώ, τέκνο μου, με συγχωρείτε, όταν ήμουν μικρός, έκανα πολλή προσευχή. Πήγαινα στο βουνό, και άναβα τα καντήλια και μίλαγα πολύ στην Άγία Παρασκευή, και την έβλεπα.
Κείνη την ώρα που μου είπε αυτά, σκέφτηκα από μέσα μου, ¨Θα εννοεί νοερά, ο άνθρωπος. Ότι μιλούσε νοερά στην Άγία Παρασκευή¨.

Και με κόβει απότομα ο π. Ιάκωβος και μου λέει ¨Όχι νοερά, ούτε φαντασίες, τέκνο μου! Μα όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Της μιλούσα και την έβλεπα, όπως βλέπω τώρα εσένα¨.

¨Πέρασα πολλά στη ζωή μου, μα με τη βοήθεια του οσίου Δαβίδ, όλα πήγαν καλά. Και χρειάστηκε να ταπεινωθώ στη ζωή μου. Πήγα και στο νοσοκομείο, εκεί που ήταν δίπλα και ο κ. Πρωθυπουργός, ο κ. Παπανδρέου αν είχες ακούσει τέκνο μου, και με είδαν οι γιατροί, με συγχωρείτε τέκνο μου, γυμνό! Θέατρο έγινα και αγγέλοις και ανθρώποις. Μα αφού το επέτρεψε ο Θεός, έγινε κι αυτό.

Με πήρε στο ιερό, πίσω απ’ την αγία Τράπεζα, και μου ζήτησε να του πω τα ονόματα των γονέων μου. Τα έγραψε, και μου είπε θα μας μνημονεύει όλους.

Και μου έδειξε κάτω στο έδαφος λέγοντας ¨να εδώ, βάζουν σκοινιά οι δαίμονες όταν λειτουργώ, για να πέσω κάτω. Μα έρχεται ο όσιος Δαβίδ, και τα διαλύει όλα. Και τον βλέπω να λειτουργεί κι αυτός. Και τότε κάθομαι εγώ στο πλάι, δίπλα στην αγία Τράπεζα. Και μου λένε εδώ οι πατέρες, γιατί δεν κάθεσαι στο κέντρο; Μα πώς να κάτσω στο κέντρο!! Αφού βλέπω εκεί τον όσιο Δαβίδ με συγχωρείτε!¨

Και τότε, με κοίταξε στα μάτια με αρχοντική ταπείνωση, και μου είπε ¨Κι εσύ, λοιπόν, τέκνο μου, θα γίνεις ένας καλός ιερεύς!¨
Είπε το ¨ιερεύς¨, ακριβώς έτσι! Πολύ μεγαλοπρεπώς, με ιδιαίτερη χρήση του συμφώνου ¨ρ¨. ¨Ιερεύς¨.

Εγώ ξαφνιάστηκα τότε, διότι ήμουν 20 χρονών, και δεν είχα πει ακόμα σε κανέναν κάτι για το θέμα αυτό.
Μα ο π. Ιάκωβος, άνοιξε την ψυχή μου, και το έφερε στην επιφάνεια.
Με σταύρωνε συνέχεια με το χέρι του.

Έβγαζε μια γλύκα. Μια πνευματικότητα ξεκούραστη, ήρεμη, χωρίς άγχος και πνίξιμο.

Λέξεις όπως, αγρυπνία, νηστεία, κόπος, θυσία, χαμαικοιτία κλπ, ηχούσαν απ’ τα χείλη του τόσο αγαπητές και φιλικές προς το ψυχικό μου περιβάλλον. Δεν απωθούσαν καθόλου.
Δεν είχε καθόλου φανατισμό, ταραχή, δεν ανήκε σε παρατάξεις, ομάδες, δεν ήταν κανενός, παρά μόνο της Εκκλησίας και του Χριστού, και όλου του κόσμου. Ένας παγκόσμιος άγιος, που σε κέρδιζε με την ταπείνωση του ήθους του.

¨Και σε όλα να έχεις διάκριση, Ανδρέα μου, για να μη τα εκμεταλλευτεί ο εχθρός μας, τέκνο μου. Να, κι εμείς εδώ έχουμε τον π. Α, που από πολύ ζήλο, κοιμάται κάτω αυτό τον καιρό, στο πάτωμα και όχι στο κρεβάτι του, για άσκηση, και τελικά αρρώστησε, και τώρα δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα αυτές τις μέρες! Όλα με διάκριση, τέκνο μου, όσο μπορείς, για να αντέχεις¨.
¨Και να μη φοβάσαι να μιλάς για το Χριστό! Θα σέβεσαι όλους, θα τιμάς όλους, γονείς, μεγαλύτερους, μα δεν θα πάψεις να μιλάς για το Χριστό πάντα!¨

Ήταν ένας Άγιος άνθρωπος πράγματι.

Και πάντα άφηνε κάτι ιερό στην ψυχή σου. Λόγια όμορφα, μετρημένα και φωτισμένα.
Ο Θεός τον άγγιζε.

Ο ίδιος δεν άγγιζε άτσαλα την ψυχή σου, μα όσο άντεχες, όσο του έλεγε ο Θεός, όσο θα σου έκανε καλό.
Μετέδιδε όχι απλά λόγια, μα μια αίσθηση γλυκασμού, χορτασμού, πληρότητας, σιγουριάς, ελπίδας.

Γι’ αυτό δεν σε τάραζε, δεν σε πρόσβαλλε, δεν έμπαινε αδιάκριτα σε θέματά σου, αν δεν ήσουν έτοιμος να δεχτείς μια συμβουλή.

Στο γυρισμό η καρδιά όλων μας ένιωθε πολύ όμορφα.Για χρόνια τον θυμόμουν. Και μέχρι σήμερα τον αγαπώ. Και για πάντα.
Όταν έμαθα ότι πέθανε, ήμουν στην εκκλησία της γειτονιάς μου, στο Περιστέρι, και ένιωσα πολύ παράξενα. Διότι τον είχα δει πριν λίγο καιρό, κι ο άνθρωπος αυτός έφυγε. Κι άφησε μέσα μου αυτή την άγια πνοή των λόγων του, τόσο ευγενικά, τόσο διακριτικά.

Ηχούσε συνέχεια στα αυτιά μου η φράση του ¨με συγχωρείτε, τέκνο μου¨, που κράταγε τον εαυτό του ταπεινό, και έδινε αξία σε κάθε προσκυνητή, ακόμα και σ’ ένα φοιτητή όπως ήμουν εγώ τότε.

Άλλοι άνθρωποι αυτοί οι άγιοι. Χωρίς βιτρίνες, φινέτσα, φιγούρα,
δήθεν πνευματικότητες και διαφήμιση.
Η αγία του προσευχή να στέλνει φως και αγάπη και γαλήνη
σε όλους μας.Και να χαρίζει θεία καθοδήγηση στα βήματά μας,
για να βαδίζουμε με ασφάλεια, όσο γίνεται, το δρόμο του Θεού.

Πηγή: imverias

Σε αυτόν που έσωσε σκύλο, θα του συγχωρεθούν πολλές αμαρτίες.

Κάποτε στην έρημο πέθαινε ένας σκύλος από τη δίψα.

Πέρασε από το δρόμο αυτόν ένας μοναχός και του έδωσε το νερό που είχε για τον εαυτό του και έτσι τον έσωσε. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε ο ουρανός και ακούστηκε μια φωνή:

“Σε αυτόν που έσωσε τον σκύλο, θα του συγχωρεθούν πολλές αμαρτίες”.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πόσο σημαντικότερο είναι αν σώσουμε έναν άνθρωπο».

Όσιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν Σαλός και Ομολογητής….

Αγάπη σε κάθε ύπαρξη! Ολα είναι του Θεού.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Πηγή: istologio

Μια γριούλα που αγαπούσε τον Θεό.

π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Αὐτή τή στιγμή μοῦ ἔρχεται στή μνήμη μου τό παράδειγμα μιᾶς πολύ ἁπλῆς γυναίκας τοῦ λαοῦ, πού εἶχα συναντήσει στό ἐξομολογητάριο, πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Δέν τήν γνώριζα, οὔτε τήν γνωρίζω οὔτε ἄν τή δῶ στό δρόμο θά τή θυμηθῶ. Θά πλησίαζε τά 70. Ἲσως νά τήν ἔχει καλέσει ὁ Θεός τώρα.

Ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε, δέν θυμᾶμαι πῶς, ἦλθε τό θέμα γιατί αὐτό δέν εἶχε σχέση μέ ἁμαρτίες, τή ρώτησα ἄν ἐργάζεται.
– Ὄχι, πάτερ μου, σταμάτησα δέν μπορῶ πιά ἄλλο νά ἐργάζομαι.

– Καί πῶς ζῆς; Ἔχεις σύνταξη;
– Ὄχι, οὔτε σύνταξη ἔχω.

Μέ κοίταξε λίγο ἔτσι καχύποπτα, ἀγράμματη ἡ καημένη καί μοῦ λέει:

Πνευματικός εἶσαι, θά στό πῶ. Ἀλλά δέν θά τό πεῖς πουθενά! Ἡ ἐνορία μας ἔκτισε ἕνα νέο ναό, μεγάλο καί ὡραῖο. Ἔγιναν πάρα πολλά ἔργα μέσα στό ναό και εἶχε μείνει τό τέμπλο. Οἱ ἱερεῖς εἶπαν, καί μία καί δυό καί τρεῖς φορές, ὅτι τώρα θά ἀρχίσουμε τόν ἔρανο γιά νά φτιάξουμε τό τέμπλο ξυλόγλυπτο.

Ἐγώ ἀπό μικρή κοπέλα, ὅλη μου τή ζωή, ἐργαζόμουνα «ὑπηρέτρια» καί μέ τά χρήματα πού ἔπαιρνα ἐφτίαξα ἕνα σπίτι. Ἔμενα σ΄ ἕνα δωματιάκι καί τά ὑπόλοιπα τά νοίκιαζα καί ἔτσι ζοῦσα. Πάω, βρίσκω τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ καί τοῦ λέω: «Πάτερ μου, πόσο θέλει νά γίνει τό τέμπλο;». Μοῦ εἶπε, ἑνάμισι ἑκατομμύριο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βέβαια, (σημερινά χρήματα εἴκοσι με εἴκοσιπεντε ἑκατομμύρια).

– «Πάτερ μου, ἄκουσε, τοῦ λέω. Ἔχω ἕνα σπίτι τά πιάνει αὐτά τά χρήματα, ἀλλά ἀναλαμβάνει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο νά μοῦ δίνει ἑνάμισι χιλιάρικο τό μήνα πού παίρνω ἀπό τά ἐνοίκια γιά νά ζῶ; Ὅσο ζῶ. Μετά δέν θά δώσει τίποτα στούς κληρονόμους μου».
– «Τό ἀναλαμβάνει καί μέ τό παραπάνω καί περισσότερα».

– «Ἀλλά, ἄκουσε τοῦ λέω, δέν θά τό ξέρει κανείς. Ἐγώ καί σύ».

– «Δέν μπορεῖ νά γίνει κάτι τέτοιο, διότι γιά νά τό ἀποφασίσει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο, πρέπει νά τό μάθει. Πῶς θά πάρει τέτοια ἀπόφαση; Ἑπομένως δέν μπορῶ νά τό κρατήσω τελείως μυστικό».
– «Καλά, θά πάρεις, ὅμως, τούς ἐκκλησιαστικούς συμβούλους ἕναν ἕναν μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νά σοῦ ὑποσχεθοῦν ὅτι δέν θά τό ποῦν σέ κανένα. Νά μή τό μάθει κανείς στήν ἐνορία!».
– «Ἐντάξει, αὐτό στό ὑπόσχομαι».

Πράγματι, πουλήθηκε τό σπιτάκι, καί ἔγινε τό τέμπλο. Κι ἐγώ πνευματικέ μου, ζῶ μ΄ αὐτά πού μοῦ δίνει τό συμβούλιο. Ἂν και μοῦ εἶπαν μερικοί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, πού τό ἤξεραν: «Αχ καημένη τώρα, τό ἐφτίαξες πού τό ἐφτίαξες, δέν ἀφήνεις νά βάλουμε καί τ΄ ὄνομά σου». «Ὄχι, ὄχι – τούς λέω γιατί θά χάσω τό μισθό μου, ἅμα θά κάνετε αὐτό τό πρᾶγμα».

Τώρα πάω στήν Ἐκκλησία καί τό βλέπω καί τό τέμπλο καί κλαίω ἀπό τή χαρά μου καί λέω: Σ΄ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, διότι ἀξίωσες ἐμένα, μιά φτωχή γυναίκα, μία ὑπηρέτρια, πού δέν ἀξίζω τίποτε, ἕνα σκουπίδι, νά κάνω ἕνα τέτοιο ὡραῖο πράγμα στό Ναό Σου. Καί τό βλέπω καί ἀγαλλιάζεται ἡ ψυχή μου. Ἄν, καί πιστεύω νά πάω στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά παρουσιάσω αὐτό, δέν ἔχω τίποτε ἄλλο στή ζωή μου «Κύριέ μου, ἐγώ τούς κόπους μου τούς ἔδωσα νά φτιάξω ἕνα ἔργο στό Ναό Σου δέν ἔχω τίποτε ἄλλο».

Τόσο πολύ μέ συγκλόνισε τό παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, πού εἶπα: Ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως πόσους θά κρίνει ἡ γριούλα αὐτή ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, πού πολλές φορές βάζουμε φαρδύ πλατύ τό ὄνομά μας καί γράφουμε «τό τέμπλο ἤ ὁ Ναός ἐγένετο ἐπί τάδε, ἐπί τάδε, ἐπί τάδε» καί ἀπό κάτω ἀρχίζουν οἱ λίστες τῶν δωρητῶν.

Αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα, χωρίς νά ἔχει προχωρήσει πολύ πνευματικά, ἔκανε μία τέτοια σκέψη, τήν ὁποία οὔτε ἐμεῖς οἱ τάχα προηγμένοι πνευματικῶς δέν κάνουμε. Κολακευόμεθα νά γίνεται γνωστό, ὅτι δώσαμε αὐτό ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχοῦλες, καθαρές ψυχές, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά μᾶς κρίνουν!

Πηγή: proskynitis

Σώζονται τελικά οι αβάφτιστοι;

Όταν κάποτε επισκέφθηκα τις σπηλιές του Αγίου Όρους, κάποια φορά συνάντησα έναν ασκητή με τον οποίο κάθισα να συζητήσω και να ρωτήσω κάποια πράγματα…

Τον ρώτησα λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα, αν σώζονται αυτοί που δεν είναι βαπτισμένοι…

Κι εκείνος μου είπε:
«Θα σου πω, παιδί μου, τι συνέβη κάποτε, στην Μ. Ασία.

Ζούσε, κάποτε, εκεί ένας Τούρκος ο οποίος αγαπούσε πολύ τους Χριστιανούς.

Βοηθούσε πάρα πολύ την εκκλησία.

Βοήθησε μάλιστα να γίνει κι ένα μοναστήρι.

Όπου υπήρ­χε φτωχός, αυτός έτρεχε και βοηθούσε.

Αλλά, ενώ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος κι απ’ τους Χριστιανούς καλύτερος δεν είχε βαπτιστεί δεν είχε αποφασίσει να βαπτιστεί!

Το άφηνε για αργότερα…

Κάποια φορά, όμως, πέθανε.

Και πέθανε πριν να βαπτιστεί!

Ο ηγούμενος του μοναστηριού πολύ στεναχωρέθηκε.

Στεναχωρέθηκε, γιατί έφυγε ο άνθρωπος αυτός από τη ζωή, πριν προλάβει να βαπτιστεί.

Αλλ’ όμως ήτανε τόσο καλός άνθρωπος ο!!…

Έκανε λοιπόν προσευχή πολλή και κάποια μέρα έρχεται ένας άγγελος και του λέγει:

-Θέλεις να πάμε να δεις, που βρίσκεται ο Χασάν;

-Ναι, του είπε ο ηγούμενος…

Τον επήρε λοιπόν ο άγγελος κι ανέβηκαν, ανέβηκαν, ανέβηκαν… κι έφθασαν σ ’ έναν περίλαμπρο Ναό. Άστραφταν όλα εκεί μέσα!

Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού.

Ο ηγούμενος τα’ χασε.

Όταν μπήκε μέσα σ’ αυτόν τον περίλαμπρο Ναό, ξέχασε και τον Χασάν…, τα ξέχασε όλα!

Δεν ήθελε να φύγει μέσα από κει!…

Αλλά κάποια στιγμή ο άγγε­λος πήγε κοντά του και του είπε:

-Πάμε, λοιπόν, να φύγουμε…

Καθώς έφευγαν, τον ρωτάει ο άγγε­λος:

-Είδες τον Χασάν;

Τότε θυμήθηκε ο ηγούμενος και εί­πε:

-Όχι, δεν τον είδα!

-Δεν τον είδες;

-Όχι, δεν τον είδα!

-Πάμε, λοιπόν, πίσω για να τον δεις…

Μόλις επέστρεψαν, έξω από το Ναό, εκεί πάνω στις σκάλες του, απέναντι στο φως, υπήρχε ένα σκυλί τυφλό, το οποίο καθόταν σαν να λιαζότανε στο φως.

Είπε τότε στον ηγούμενο ο άγγελος:

-Αυτή είναι η ψυχή του Χασάν.

Δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται, δεν βλέπει τίποτα, δεν ακούει τίποτα, αλλά δεν είναι στο πυρ της Κολάσεως!

Το ίδιο μου είπε καταλήγοντας ο Γέροντας συμβαίνει και με τις ψυχές των αιρετικών.

Αν είναι καλοί άνθρωποι, ούτε στη γέενα της Κολάσεως πηγαίνουν, αλλά ούτε και στην τρυφή του Παραδείσου…».

Από κήρυγμα που απηύθυνε ο Καθηγούμενος του Ιερού Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος προς το εκκλησίασμα που συμμετείχε στην ευχαριστιακή Σύναξη της Κυριακής 28 Μαΐου 2006 (Κυριακή του Τυφλού)

Πηγή: vimaorthodoxias

Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Αγιοκατατάχθηκε σήμερα, Δευτέρα 27 Νοεμβρίου σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της Romfea.gr ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης.
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε συνεδρίασή της, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου.

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς.

Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη. Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του.
Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά.

Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας.

Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του.

Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.
Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα.

Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του.

Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό.

Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε.

Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή.

Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν α πιστοί τον Όσιο γέροντα. Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν « Άγιος, Άγιος».

Πηγή: proskynitis

Υπάτιος Πατμάνογλου «Μόνο ο Θεός και ο πνευματικός σου βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις»

Ο Υπάτιος Πατμάνογλου, ο τραγικός πατέρας που πριν από 9 μήνες είδε τη γυναίκα του και το μικρό παιδί του να χάνουν τη ζωή τους στην Εθνική Αθηνών – Λαμίας

Η δήλωση του Υπάτιου Πατμάνογλου:

«Αυτό το δυστύχημα με κατέστρεψε. Μέσα στην καταστροφή μου προσπαθώ να κάνω καλό» δηλώνει ο Υπάτιος Πατμάνογλου ο τραγικός πατέρας που
πριν από 9 μήνες είδε τη γυναίκα του και το μικρό παιδί του να χάνουν τη ζωή τους στην Εθνική Αθηνών – Λαμίας.

Ο τραγικός πατέρας στις 26 Φεβρουαρίου 2017 έχασε τον μικρό του Παύλο και την αγαπημένη του σύζυγο Αποστολία όταν η Porsche την οποία οδηγούσε ο νεαρός Γιώργος Βακάκης, έπεσε με 320 χλμ στον παράδρομο της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας, όπου ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο του.

Στο βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας φαίνεται ο Πατμάνογλου να βγαίνει από τον σταθμό δευτερόλεπτα μετά τη σφοδρότατη σύγκρουση και σοκαρισμένος να τρέχει γύρω από τα συντρίμμια των δύο αυτοκινήτων.

«Μόνο ο Θεός βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Μόνο ο Θεός και ο πνευματικός σου», δηλώνει στη RealNews ο Υπάτιος Πατμάνογλου.

Ο άνθρωπος που έχασε τα πάντα σε λίγα δευτερόλεπτα τονίζει: Αν δεν πιστεύεις ότι μετά τον θάνατο υπάρχει ζωή εκεί ψηλά, δεν μπορείς να το νιώσεις. Αν νομίζεις ότι μετά τον θάνατο τελειώνουν όλα αυτά και απλώς πάμε στο χώμα είναι όλα μάταια. Εγώ πιστεύω ότι η ψυχή πάει στον ουρανό. Το πιστεύω αυτό, το πίστευα και πριν.

Τώρα με την οικογένειά μου το νιώθω ότι έχει συμβεί. Πονάω, κλαίω, αναπνέω αλλά το πιστεύω και είναι αυτό που με κρατάει δυνατό. Ότι η ψυχή ζει. Μόνο το σώμα είναι στο χώμα. Το κλάμα μου δίνει δύναμη. Το κλάμα με ανακουφίζει. Ο οργανισμός πρέπει να κλαίει για να αδειάζει για να ξαναβγείς στη ζωή πάλι δυνατός.

Αν δεν ξεσπάσεις θα βγάλεις κάποιο πρόβλημα, κάποιο κουσούρι. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να μην είσαι με την οικογένεια σου. Το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή μου ήταν αυτό.

Πριν από λίγες ημέρες γιόρτασε τα γενέθλια του. Αυτή τη φορά δίχως τα δυο λατρεμένα του πρόσωπα. Τη γυναίκα και το παιδί του: «Μαύρη ημέρα. Προσπαθούσα να γίνω χαρούμενος σαν να μην συμβαίνει τίποτα, να βγω έξω, να κάνω ότι ξεχνάω και να είμαι χαμογελαστός.

Έπαιζα θέατρο με τον εαυτό μου. Έλεγα μέσα μου να προχωρήσω, αλλά έχω έναν τεράστιο πόνο που με εμποδίζει να προχωρήσω, όμως το παλεύω. Ο θάνατος είναι το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή και δυστυχώς ο πιο αληθινός».

«Θα αυτοκτονούσα»

Οι μνήμες ξετυλίγονται για τον τραγικό πατέρα, 9 μήνες μετά. «Αν μου έλεγες πριν το τροχαίο, Κυριακή έγινε στις 26 Φεβρουαρίου, αν μου έλεγες το Σάββατο, Υπάτιε πηγαίνοντας στο χωριό σου στην Πτολεμαΐδα, αν έχανες γυναίκα και παιδί θα σκεφτόσουν μετά να μιλήσεις στις κάμερες και να είσαι ψύχραιμος;

Θα σου απαντούσα ούτε μια στο εκατομμύριο. Θα αυτοκτονούσα, θα έχανα τη ζωή μου εκείνη την ώρα. Αυτό όμως είναι τόσο δύσκολο πράγμα, που δεν μπορεί να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Πολύ το παρεξηγούν, αλλά δεν με πειράζει».

Η οικογένεια του Υπάτιου Πατμανόγλου κατέθεσε αγωγή μαμούθ στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά του ιδιοκτήτη του οχήµατος, των κληρονόµων του θανόντος οδηγού, Γιώργου Βακάκη, και της ασφαλιστικής εταιρείας.

Πηγή:simeiakairwn