Παναγία: Παρηγοριά και χαρά του χριστιανικού λαού

Γέροντας Σωφρονίος Σαχάρωφ
Η Παναγία μας, πόνεσε πιο πολύ απ΄ όλες τις γυναίκες, πιο πολύ απ΄ όλες τις μανάδες του κόσμου, γιατί κανένα δεν έβλαψε, σε κανένα δεν έκανε κακό κι΄ όμως Της έκαναν το μεγαλύτερο κακό όλης της οικουμένης. Σταύρωσαν Τον Υιό Της.

Καί αντικρύζοντάς Τον πάνω Στο Σταυρό, πόνεσε τόσο η καρδιά της…

Γι΄ αυτό μπόρει να καταλάβει την κάθε πονεμένη ύπαρξη, και συμπάσχει με τον κάθε άνθρωπο που πονά, γιατί ακριβώς, ξέρει τι πάει να πεί ”πόνος“.

”Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, Ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρμόσυνα! Η αγάπη, όμως, αυτή συνεπάγεται θλίψη· και όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι και η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό, και οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Καί αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δεί η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στο πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Καί τι αισθανόταν άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν και ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Της ούτε την αγάπη Της για τον Υιό και Θεό Της ούτε τις θλίψεις της ψυχής Της κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Της για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήσσονται με Αυτήν. ”

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀναπαύει τόν ἄνθρωπο

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανασίου

Ἕνας μοναχός πῆγε νά συναντήσει ἕνα Γέροντα περίφημο. Ὁ μοναχός αὐτός ἐπέμενε νά κάνει κάτι στή ζωή του κι ὁ Γέροντας τοῦ ἔλεγε ὅτι αὐτό πού θέλεις νά κάνεις δέν εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν θά τό εὐλογήσει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ἐπέμενε. Τότε ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε, ἐντάξει. Ἄς κάνουμε προσευχή καί νά πᾶς στό καλό.

Στάθηκαν εἰς προσευχή καί ἄρχισε νά προσεύχεται ὁ Γέροντας καί νά λέει: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…γενηθήτω τό θελημά μου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Τοῦ εἶπε τότε ὁ ἄλλος «Πάτερ, συγγνώμη ἀλλά εἶναι λάθος, γενηθήτω τό θέλημά Σου εἶναι». Ὡραῖα τοῦ λέει ὁ Γέροντας νά τό ποῦμε ἀπό τήν ἀρχή «Πάτερ ἡμῶν ….γενηθήτω τό θέλημά μου».

Λέει πάλι στόν Γέροντα «Πάτερ, λάθος τό εἶπες πάλι», «μά τί λάθος» τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, «ἀφοῦ αὐτό θέλεις νά κάνεις. Θέλεις ὁ Θεός νά κάνει τό θέλημά σου καί γι’ αὐτό δέν βρίσκεις ἀνάπαυση καί δέν ἡσυχάζεις. Γιατί φοβᾶσαι; Μήπως ὁ Θεός θέλει κάτι πού ἐσύ δέν τό θέλεις; Γιατί δέν ἔχουμε αὐτή τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς μας νά ποῦμε «μά εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά θέλει κάτι, πού θά μᾶς δυσκολέψει;» Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ φέρνει εἰρήνη στόν ἄνθρωπο, φέρνει φῶς, χαρά. Ὅταν δοθεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό, πλέον ἀναπαύεται, ὅπως λέμε στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα.

Πηγή: isagiastriados.com

Πατέρα, μόλις γίνω καλά, νὰ πᾶμε στὸ μοναστήρι τοῦ Αγίου Παισίου στην Κόνιτσα

ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

– Σεισμός!
Πετάχτηκε ἀλαφιασμένη.
– Σεισμός!

Ἔτρεμε ὁλόκληρη.
Ἀπ’ τὶς φωνὲς καὶ τὴν τρομάρα της ξύπνησε κι ὁ ἄντρας της.
– Τί φωνάζεις ἔτσι, Γιώτα; Τί ἔπαθες;

– Ὁ σεισμός… τὸ σπίτι μας… γκρεμίστηκε…
– Εἶσαι καλὰ γυναίκα ; Ποιὸς σεισμός; Ποιὸ σπίτι; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές. Ἡσύχασε… Ἡσύχασε…

– Δὲν ἔγινε σεισμός, Βασίλη;

– Δὲν ἔγινε σεισμός, γυναίκα, δὲν ἔγινε… Ὄνειρο εἶδες… ἔλα ξάπλωσε.
– Μὰ ἐγώ… Θεέ μου! Δὲν εἶναι δυνατόν… Ἐγώ… Ἦταν σεισμός… Ἦταν φοβερό! Νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, Βασίλη. Τῆς Ἁγίας Μαρίνας σήμερα. Ἁγία Μαρίνα μου…

– Θὰ πᾶμε, θὰ πᾶμε, γυναίκα. Ἔλα, ξάπλωσε. Εἶναι νωρὶς ἀκόμα.
– Τί ὥρα εἶναι;
– Πέντε παρὰ τέταρτο.
– Πέντε παρὰ τέταρτο!…

Ὅταν γύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τοὺς πρόφτασε καὶ τὸ νέο γιὰ τὸν «σεισμό»: Ὁ ἀγαπημένος τοὺς ἐγγονός, ὁ Παντελής, εἶχε χτυπηθεῖ, τὸ παλικάρι τους. Νεκρὸς ἦταν; Ζωντανός; Ἀκριβῶς στὶς πέντε παρὰ τέταρτο ἔγινε τὸ ἀτύχημα. Τὸ ἀκυβέρνητο ἁμάξι δύο μεθυσμένων ἔπεσε πάνω….στὸ δικό του καὶ τὸν τσάκισε τὸν λεβέντη τους.

Τώρα χαροπαλεύει διασωληνωμένος στὴν ἐντατική τοῦ μεγάλου νοσοκομείου στὰ Γιάννενα. Ἄχ, καὶ τί νὰ κάνουν τώρα αὐτοὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς Ἑλλάδος ὅπου βρίσκονται;… Νὰ ξεκινήςουν γιὰ Γιάννενα; Μὰ ὁ γαμπρός τους οὔτε νὰ τ’ ἀκούσει:
– Νὰ ἔρθετε νὰ κάνετε τί; Νὰ δεῖτε ἕνα νεκρό; Κι οὔτε νὰ τὸν δεῖτε θὰ μπορέσετε. Κι ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ἐδῶ δὲν τὸν βλέπουμε. Προσευχὴ νὰ κάνετε νὰ μᾶς τὸν χαρίσει ὁ θεός.

Πέρασαν δέκα μέρες μαρτυρικές. Οἱ γιατροὶ τέσσερις φορὲς ἐπιχείρησαν νὰ τὸν ἀποσωληνώσουν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ξημέρωσε ἡ 27η Ἰουλίου. Τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἡμέρα τῆς γιορτῆς του. Ὁ διευθυντὴς τῆς Ἐνταντικῆς τὸ εἶπε καθαρὰ στὸν πατέρα:

– Κύριε Γιῶργο, σήμερα θὰ κάνουμε τὴν τελευταία προσπάθεια. Ἂν δὲν πετύχει, θὰ σοῦ τὸ δώσουμε ἔτσι μισοπεθαμένο το παιδί σου… Καὶ δὲν στὸ κρύβω. Ἐλπίδες δὲν ἔχουμε πολλές. Γιὰ νὰ μὴ πῶ καθόλου. Μὰ θὰ παλέψουμε…

Ἔτρεμε ὁ δόλιος ὁ πατέρας. Μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἄλλους συγγενεῖς περίμεναν στὸν προθάλαμο τῆς ἐντατικῆς. Πέρασαν ὧρες… Τοὺς φάνηκαν αἰῶνες.

Ξαφνικὰ τινάχτηκαν. Τραντάχτηκε ἡ πόρτα τῆς κλινικῆς καὶ βγῆκε ὁρμητικὸς ὁ διευθυντὴς καὶ πίσω του οἱ ἄλλοι γιατροὶ ἀλαφιασμένοι. Ἁρπάζει τὸν πατέρα ὁ διευθυντής, τοῦ δίνει μιὰ γερὴ στὸ στῆθος καὶ ἄλλη μιὰ στὴν πλάτη καὶ τοῦ φωνάζει: 

– Γιώργη, ζεῖ τὸ παλικάρι σου! Τ’ ἀκοῦς; Ζεῖ ὁ λεβέντης σου. Μπὲς τώρα ἀμέσως νὰ τὸν δεῖς. Γιατροί, συγγενεῖς ἀγκαλιάστηκαν, ἔκλαιγαν ὅλοι ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη χαρά. Μπῆκε πρῶτος μέσα ὁ πατέρας. Σὰν πλησίασε, τὸν εἶδε ὁ Παντελὴς καὶ ἔβαλε φωνή:

– Πατέρα, τὸ «Πάτερ ἠμῶν…»!
Ὁ Γιώργης τὰ ‘χασε. Ὁ Παντελής του τὸ «Πάτερ ἠμῶν…»; Μὰ αὐτὸς δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ ἐκκλησιαστικά. Κι ὄχι πὼς ἔφταιγε τὸ παιδί. Ὁ ἴδιος ἔφταιγε. Πού παρόλο παπαδοπαίδι -κι ἦταν Ἅγιος παπάς ὁ πατέρας του- τὰ εἶχε ξεχάσει ὅλα κι ἔτσι ἀνέθρεψε τὴν οἰκογένειά του.

– Τὸ «Πάτερ ἠμῶν…» εἶπες, Παντελάκη μου;

– Ναί, πατέρα, τὸ «Πάτερ ἠμῶν…»! Θ’ ἀλλάξω ζωή. Ἔτσι μου εἶπε ὁ Ἅγιος Παΐσιος. 
– Τί λές, παιδάκι μου; Τί Ἅγιος Παΐσιος λές;

– Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, πατέρα! Αὐτὸς μὲ ἔσωσε. Ἔμεινε ὁ Γιώργης ἄφωνος. Κι ὁ Παντελής του τὰ ἐξιστόρησε λεπτομερῶς. Εἶχε φτάσει, λέει, σὲ ἕναν τόπο ὑπέροχο, ποὺ στὸ βάθος τοῦ ἔλαμπε ἕνα φῶς θαυμάσιο, μοναδικό. Γλώσσα ἀνθρώπινη ἀδύνατο νὰ τὸ περιγράψει. Καὶ ἐκεῖ μπροστά του βλέπει τὸν ἅγιο Παΐσιο γονατιστό, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους, νὰ προσεύχεται θερμά. Ἔκανε νὰ περάσει ὁ Παντελής, μὰ ὁ Ἅγιος τὸν σταμάτησε. «Στάσου, Παντελῆ μου», τοῦ εἶπε. «Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα νὰ πᾶς σ’αὐτὸ τὸ φῶς. Θὰ γυρίσεις πίσω. Μὰ νὰ προσέξεις ἀπὸ ‘δω καὶ πέρα τὴ ζωή σου».

– Καλά, Παντελῆ, κι ἀπὸ ποῦ ξέρεις ἐσὺ πῶς αὐτὸς ἦταν ὁ Ἅγιος Παΐσιος;
– Τὸν Ἅγιο Παΐσιο δὲν ξέρω, πατέρα; Δὲν ἔχουμε τὴν εἰκόνα του στὸ σπίτι μας; Ποιὸς δὲν ξέρει τὸν ἅγιο Παΐσιο;

Καὶ θέλω, πατέρα, μόλις γίνω καλά, νὰ πᾶμε στὸ μοναστήρι τοῦ Στομίου στὴν πατρίδα μας τὴν Κόνιτσα, ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε τὴν μοναχική του ζωὴ ὁ Ἅγιος Παΐσιος, νὰ τὸν εὐχαριστήσω πού μου χάρισε τὴ ζωή.

Ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο θέλω νὰ πάω. Διότι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους προσευχόταν ὁ Ἅγιος ἔμοιαζε μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Στομίου, τὸν πατέρα Κοσμᾶ.

– Θὰ πᾶμε, Παντελῆ μου, θὰ πᾶμε. Νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Ἅγιο!

 Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ», τεύχος 2154, Ιούλιος 2017

Στα χέρια του θεού

Λεμεσού Αθανασίου

Ο ταπεινός άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού· γι’ αυτό εκείνο που μας χρειάζεται είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού.

Λέγει στο Γεροντικό, ένα περίφημο και ωραιότατο βιβλίο:

Είπε ο Αββάς Αγάθων ότι σήμερα θα κάνω το θέλημα του Θεού. Και σηκώθηκε και παρεκάλεσε τον Θεό: «Κύριε, αξίωσέ με σήμερα να κάνω το θέλημά Σου! Να πω κι εγώ ότι μια μέρα της ζωής μου έκαμα το θέλημα του Θεού! Αφού όλες τις άλλες παραβαίνω το θέλημα του Θεού, έστω και μια μέρα ας το κάμω! Να έχω στη συνείδησή μου μέσα ότι έκαμα το θέλημα του Θεού».

Τι έκαμε; Εγώ θα έλεγα, μες το φτωχό μου το μυαλό, ότι θα έκανε προσευχή όλη μέρα, ή θα κλεινόταν στο κελί του ή θα διέβαζε όλη μέρα. Δεν έκαμε τίποτα απ’ όλ’ αυτά! Έκαμε τη δουλειά του. Τι δουλειά είχε να κάμει εκείνη τη μέρα; Ήθελε ν’ αλέσει το σιτάρι του, για να το κάμει αλεύρι και να το πάρει πίσω στην έρημο να έχει το αλεύρι της χρονιάς. Το φορτώθηκε και το πήγε στο χωριό, στην κώμη. Κι εκεί, λέει, ν’ αλέσω το σιτάρι μου και να το πάρω πίσω με τα πόδια.

Πήγε πρώτος. Μόλις ετοιμάστηκε να βάλει το σιτάρι στον μύλο πήγε κάποιος άνθρωπος και του λέει: «Αββά, δεν μ’ αφήνεις ν’ αλέσω εγώ που βιάζομαι κι εσύ αλέθεις ύστερα;» Λέει, «ευχαρίστως, αδελφέ μου». Και τον άφησε.

Μόλις έφυγε εκείνος κι ετοιμάστηκε να ξαναβάλει το σιτάρι του ήρθε ένας άλλος. Του λέει, «αββά, σε παρακαλώ, εσύ δεν έχεις δουλειές, καλόγερος είσαι, άφησ’ με εμένα να αλέσω και αλέθεις μετά». «Ευχαρίστως»! Κι όχι μόνο τους άφηνε· βοηθούσε και στο άλεσμα. Και δεν ξέρω αν θυμάστε εσείς, πώς ήταν ν’ αλέθεις τότε. Δεν άλεθες με τις μηχανές. Εγώ στο Άγιον Όρος το πρόλαβα που εμείς κυλούσαμε την πέτρα εκείνη, σπρώχναμε την πέτρα εμείς ή τα ζώα. Μπήκε κάτω από τον ζυγό της πέτρας και άλεσε. Από το πρωί μέχρι το βράδυ μόλις ετοιμαζόταν να βάλει το σιτάρι, πήγαινε άλλος και του γινόταν η ίδια σκηνή. Έφτασε η νύχτα και δεν άλεσε το σιτάρι! Το φορτώθηκε να πάει πίσω… Δεν έκαμε κάτι «πνευματικό», ας το πούμε εντός εισαγωγικών. Ούτε και θεωρήθηκε ότι έκαμε και τη δουλειά του. Κι όμως ο Θεός τον επληροφόρησε ότι «σήμερα έκαμες το θέλημα του Θεού!»

Πηγή: isagiastriados.com

Αν τόσο μικρός κάνει τέτοια Θαύματα, όταν μεγαλώσει τί θα κάνει;

Σε ένα από τα µεγάλα µοναστήρια στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πριν φύγει για την έρηµο, ο Άγιος Ονούφριος. Νεογέννητο µωρό ήταν, όταν τον έφερε και τον άφησε στο µοναστήρι ο πατέρας του, ο βασιλιάς της Περσίας, έπειτα από θεϊκή αποκάλυψη.

Μέχρι ο µικρός Ονούφριος να γίνει τριών χρονών ερχότανε στο µοναστήρι κάθε µέρα µιαν ελαφίνα και τον θήλαζε.

Ζούσε σαν µοναχός κι εκείνος ανάµεσα στους µοναχούς, ακολουθώντας τις νηστείες και µετέχοντας στη λειτουργική ζωή µε προθυµία. Μέσα από τα παιδικά του µάτια τα έβλεπε όλα ετούτα σαν να ήταν ένα ατέλειωτο παιχνίδι.

Οι πατέρες του µοναστηριού τον αγαπούσαν πολύ και ο ηγούµενος είχε δώσει εντολή στον τραπεζάρη να του δίνει φαγητό, όποτε ο µικρός Ονούφριος του ζητούσε, γνωρίζοντας τις ιδιαίτερες ανάγκες που έχει ένα παιδί όταν βρίσκεται στην ανάπτυξη.

Έχοντας ετούτο το προνόµιο ο µικρός Ονούφριος πήγαινε µε θάρρος και ζητούσε από τον τραπεζάρη, τον πατέρα Ευλόγιο, φαγητό. Κι έπαιρνε άλλες φορές φρούτα, άλλοτε ελιές, συχνά ψωµί και πότε-πότε µέλι, που του άρεσε ιδιαίτερα.

Κάποια όµως στιγµή ετούτη η επίσκεψη στην κουζίνα άρχισε να γίνεται όλο και πιο συχνή, πράγµα που έκανε εντύπωση στον τραπεζάρη.

– Κάποιο ζώο θα ταΐζει ο Ονούφριος, σκέφτηκε κι αποφάσισε να τον πάρει στο κατόπι να δει τι κάνει το ψωµί που παίρνει.

Έτσι λοιπόν µια µέρα, όταν ο µικρός Ονούφριος βγήκε από την κουζίνα κρατώντας το ψωµί του, ο πατήρ Ευλόγιος τον ακολούθησε.

Με έκπληξη τότε τον είδε να µπαίνει µέσα στον ναό και να κλείνει πίσω του την πόρτα.

Αθόρυβα και γρήγορα ο καλόγερος σκαρφάλωσε πάνω σ’ ένα τοιχάκι και από το πλαϊνό παράθυρο κοίταξε µέσα στην εκκλησιά.

Βλέπει τότε τον Ονούφριο να πλησιάζει στο τέµπλο, να στέκεται µπρος στην εικόνα της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας και απλώνοντας ανοιχτά την παλάµη του µε το ψωµί να λέει στον µικρό Χριστό:

Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, μιας και δεν σου δίνει κανείς να φας.

Τότε ο µικρός Χριστός άπλωσε το χεράκι Του, πήρε την φέτα του ψωµιού και, όπως το µάζεψε ξανά, εκείνη εξαφανίστηκε µέσα στην εικόνα.

Όταν τα είδε αυτά ο πατήρ Ευλόγιος σάστισε. Σαν τρελός πήγε τρέχοντας στον ηγούµενο και του τα διηγήθηκε όλα µε κάθε λεπτοµέρεια.

– Άκουσε καλά τι θα κάνεις, του είπε χαµογελώντας ο ηγούµενος. Δεν θα του ξαναδώσεις ψωµί. Κι αν εκείνος σε παρακαλέσει, τότε να του πεις να πάει να ζητήσει ψωµί από Εκείνον, που τόσο καιρό τώρα τάιζε.

Την άλλη µέρα, όταν στάθηκε ο Ονούφριος µπρος στον τραπεζάρη για να του ζητήσει λίγο ψωµί, η απάντηση τον έκαµε να σκύψει λυπηµένος το κεφάλι του.

– Δεν σου δίνω, του είπε ο πατήρ Ευλόγιος. Αν θες ψωµί να πας να ζητήσεις από Εκείνον, που τόσο καιρό τώρα τάιζες.

Πέρασαν έτσι δυο-τρεις µέρες κι αφού ο Ονούφριος είδε πως δεν του έδιναν πια ψωµί, πήγε στην εκκλησιά και στάθηκε λυπηµένος µπρος στην εικόνα της Παναγιάς. Με θλίψη τότε λέει στον µικρό Χριστό που κρατούσε στην αγκαλιά της.

– Μέρες τώρα πάω να γυρέψω ψωµί στον τραπεζάρη κι εκείνος δεν µου δίνει. Μου λέει µάλιστα να πάω να ζητήσω ψωµί από Εκείνον, που τόσον καιρό τώρα τάιζα. Γι’ αυτό κι εγώ ήλθα…

Σαν τέλειωσε το παράπονό του, βλέπει τον µικρό Χριστό ν’ απλώνει το χεράκι Του και να του δίνει ένα µεγάλο και ζεστό καρβέλι ψωµί. Το χεράκι του Χριστού βγήκε από την εικόνα κι απόθεσε το ψωµί στα χέρια του παιδιού.

Ο πατήρ Ευλόγιος, ο τραπεζάρης, που κατά την εντολή του γέροντα παρακολουθούσε κατά πόδας τον µικρό Ονούφριο και είχε γίνει η σκιά του, είδε τα όσα έγιναν σκαρφαλωµένος πάνω στο πλαϊνό παράθυρο της εκκλησιάς και λίγο έλειψε να πέσει λιπόθυµος καταγής.

Ο Ονούφριος πήρε το ψωµί γεµάτος χαρά στην αγκαλιά του. Το καρβέλι ήταν πολύ µεγάλο και µε δυσκολία το σήκωνε. Μοσχοµύριζε µάλιστα τόσο ωραία, που η µυρωδιά του σκορπίστηκε σε όλο το µοναστήρι κι έκαµε τους πατέρες να βγουν από τα κελιά τους και να αναζητήσουν από πού έρχεται αυτή η ωραία µυρωδιά του φρεσκοψηµένου ψωµιού.

Με έκπληξη είδανε τότε τον Ονούφριο να βγαίνει από την εκκλησία κρατώντας το μεγάλο καρβέλι.

Και προσπαθώντας να ισορροπήσει το βάρος πάνω στα µικρά του χέρια. Αµέσως δυο µοναχοί έτρεξαν και τον βοήθησαν να το φέρει στην τράπεζα.

Για µέρες πολλές ολόκληρη η αδελφότητα έτρωγε και χόρταινε απ’ το ευλογηµένο εκείνο ψωµί.

Για τον µικρό Ονούφριο ήτανε σίγουρα µια πρόγευση του άρτου, που ο Χριστός θα τον έτρεφε στην έρηµο, όταν σαν ερηµίτης θα ζούσε εκεί για εξήντα ολόκληρα χρόνια.

*Aπό το βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Όταν γελάει ο Ουρανός», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άθως Παιδικά

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Το γαϊδουράκι και ο μοναχός

Αγιορείτικο Γεροντικό

Ο μοναχός Γερόντιος  είχε ένα γαϊδουράκι και για να μην το κουράζει δεν ανέβαινε καβάλα ποτέ του, πάντα πήγαινε με τα πόδια.

Όταν ήθελε να αλλάξει την φιάλη υγραερίου, φορτωνόταν αυτός την άδεια φιάλη  και μπροστά του πήγαινε το γαϊδουράκι.

Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν τη φορτώνει στο γαϊδουράκι, απαντούσε ότι αυτό θα φέρει τη γεμάτη, να κουβαλάει και την άδεια;

Το θέαμα ήταν για γέλια  αλλά ο γερο-Γερόντιος ήξερε τι έκανε και είχε το σκοπό του.

 

Πηγή: isagiastriados.com

Η Προσευχή της Αγίας Άννης για τεκνοποίηση και ευτεκνία

Η ελπίδα των ατέκνων και των μη δυναμένων τεκνοποιείν είναι η Αγία Άννα. Και Αυτή μαζί με τον σύζυγο της τον Άγιο Ιωακείμ με θερμές προσευχές, δάκρυα, συνεχείς παρακλήσεις ικέτευαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Τέλος, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους και στα 69 χρόνια της αξιώθηκε να γίνει η μητέρα της μητρός του Θεανθρώπου μας Ιησού Χριστού.

Προς τούτο θεώρησα σκόπιμο να φέρω εις γνώσιν σας την προσευχή της Αγίας Άννης για τεκνοποιία και ευτεκνία άτεκνα ζευγάρια.

Προσευχή της Αγίας Άννης

«Κύριε Παντοκράτορα, καί Μεγαλοδύναμε, πού μόνο μέ τό λόγο ἔκανες τόν οὐρανό καί τή γῆ καί ὅσα φαίνονται καί εἶναι γύρω μας, πού λύτρωσες, τούς πατέρες μας ἀπό τά χέρια τοῦ Φαραώ, πού μέ τό πρόσταγμά Σου σχίσθηκε ἡ θάλασσα καί πέσανε μέσα οἱ Αἰγύπτιοι. Ἐσύ Θεέ, πού τούς ἔτρεφες σαράντα χρόνια στήν ἔρημο. Ἐσύ, πού εὐλόγησες τή Σάρρα, τή γυναίκα τοῦ Ἀβραάμ καί γέννησε τόν Ἰσαάκ στά γεράματά της. Ἐσύ πού χαρίτωσες ἐκείνη τήν Ἄννα τήν ὁμοία μου καί γέννησε τό Σαμουήλ τόν προφήτη. Ἐσύ δῶσε καί σέ μένα τήν ταπεινή Σου δούλη παιδί, καί μή μέ ἀφήσης νά εἶμαι ντροπιασμένη καί ταπεινωμένη ἀπό ὅλο μου τό γένος. Κύριε, ὁ Θεός μου, τάχα καί σάν ἕνα ἀπό τά θηρία δέν εἶμαι καί ἐγώ; Διατί μέ ὠργίστηκες τόσο καί εἶμαι στείρα; Ἐσύ, πού εὐλόγησες τά ποιήματά σου καί εἶπες: Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε, δῶσε καί σέ μένα σπέρμα καί καρπό κοιλίας, καί ἄν γεννήσω εἴτε ἀρσενικό εἴτε θηλυκό, νά Σού τό χαρίσω μέ ὅλη μου τή χαρά καί νά τό φέρω στό Ναό Σου νά τό ἀφιερώσω».

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Ο κρυμμένος θησαυρός

Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα άνθρωπο που είχε κρυμμένο στο πίσω μέρος της αυλής του ένα αμύθητο θησαυρό. Από την έγνοια του να βεβαιωθεί πως ο θησαυρός ήταν εκεί, κάθε βράδυ τον ξέθαβε, έβλεπε πως ήταν όλα στη θέση τους και τον έθαβε πάλι. Δεν ξόδευε τίποτα από το θησαυρό του.

Ένας κλέφτης παρατήρησε πως κάθε βράδυ ο άνθρωπος αυτός έκανε το ίδιο πράγμα. Κατάλαβε πως στο πίσω μέρος της αυλής του πρέπει να είχε κρυμμένο κάτι πολύτιμο. Παραμόνευε λοιπόν μια νύκτα να τελειώσει ο ιδιοκτήτης με το θάψιμο του θησαυρού και να πάει για ύπνο και μετά πήγε κι έκλεψε το θησαυρό.
Την επόμενη μέρα, μόλις ο άνθρωπος πήγε στο πίσω μέρος του κήπου του, αντιλήφθηκε πως τον είχαν κλέψει. Ξεκίνησε λοιπόν να κλαίει γοερά. Ένας περαστικός τον άκουσε και πήγε κοντά να δει τι συμβαίνει …
– Με έκλεψαν! είπε κλαίγοντας με λυγμούς ο ιδιοκτήτης του θησαυρού.

– Και γιατί είχες κρυμμένο ολόκληρο θησαυρό εδώ στον κήπο; Γιατί δεν τον χρησιμοποιούσες με κάποιο τρόπο; ρώτησε ο περαστικός …

– Τον πρόσεχα! Τον φύλαγα να μην πάθει τίποτα! είπε κλαίγοντας ο ιδιοκτήτης…
– Πάρε τότε αυτή την πέτρα, θάψε την στη θέση του θησαυρού και κάνε το ίδιο πράγμα μαζί της. Το ίδιο αξίζει με το θησαυρό σου! του είπε ο περαστικός δίνοντάς του μια πέτρα που βρήκε χάμω…

Η αξία των πραγμάτων, βλέπετε, έγκειται στη χρήση τους!

Πηγή: yiorgosthalassis.blogspot.com

Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην κατοχή;

Κάποια φορά, ο Γεροντας Αμβροσιος Λαζαρης εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, οπού αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρ­μένο Και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα Και Οι πειρα­σμοί» (Κεφ. 12 ‘ ).

Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, του γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να πα­ρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας στα­μάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του Και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:

– Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι’ αυτούς τους λόγους.

Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο όποιος με το πού τον είδε του είπε:

– Την ευχή σου, Γέροντα.

– Εσύ τι κάνεις; τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως Και τον ρώτησε εκείνος.

– Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι Και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.

– Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.

– Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τους Πατέρες κ.λπ.

– Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστή­ρι, για να σωθείς.

-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.

Όποτε τον πλησίασε Και του είπε κάνοντας την κίνηση με την παλά­μη, βάζοντας την στον λαιμό του:

– Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;

Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν’ αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι Και ‘ίσα πού μπόρεσε ν’ αρθρώσει:

– Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.

Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα Και κά­ποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:

– Ποιος είναι αυτός;

– Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε Και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.

Ο Ιερομόναχος Αμβρόσιος (κατά κόσμον Σπυρίδων Λάζαρης) εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου 2006 (ν.ημ.), σε ηλικία 92 ετών. Υπήρξε πνευματικός της Ιεράς Μονής Παναγίας Γαυριώτισσας Δαδίου και χιλιάδων χριστιανών από όλα τα μέρη της Ελλάδος. Μόνασε από νεαρός στο Άγιο Όρος και αξιώθηκε να δει τη Παναγία, τους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό τον Άγιο Νεκτάριο και τον φύλακα Άγγελο του.

Πηγή: vimaorthodoxias.gr

Πορεία προς το Πάσχα του Καλοκαιριού

1η Αυγούστου σήμερα και ξεκινά η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, 14 ημέρες νηστείας για να υποδεχτούμε το Πάσχα του καλοκαιριού… το Πάσχα για τη Κοίμηση της Πηγής της Ζωής.

 

Του Κυριάκου Διαμαντόπουλου για το «Βήμα Ορθοδοξίας»

Ένα από τα στιχηρά της εκκλησίας, για την Κοίμηση της Θεοτόκου, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ω του παραδόξου θαύματος. Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται».

Η Θεοτόκος είναι η Πηγή της Ζωής, Αυτή έδωσε ανθρώπινη υπόσταση στον Σωτήρα Χριστό, φέρνοντάς Τον στο κόσμο, και τώρα πεθαίνει, ήρθε η ώρα να φύγει από τη γη για να συναντήσει τον Μονογενή Της.

Μπορεί να πρόκειται για τον θάνατο, για την απώλεια, για τον πόνο και τη λύπη, αλλά η εκκλησία μας, τιμά τη συγκεκριμένη εορτή πανηγυρικά, γιατί ήρθε επιτέλους η ώρα που η Παναγία θα συναντήσει τον Υιό Της.

Όταν ήρθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή Της, Άγγελος Κυρίου που σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, Της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πριν.

Όταν Εκοιμήθη, οι Μαθητές του Χριστού, πλην του Θωμά, με ψαλμούς και δέος τοποθέτησαν το άψυχο σώμα Της, στο μνήμα στη Γεθσημανή.

Όταν μετά από τρεις ημέρες επέστρεψε ο Θωμάς, ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος ώστε να προσκυνήσει και αυτός το Σώμα της Θεοτόκου.

Όταν άνοιξαν τον τάφο έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και ανελήφθη στους ουρανούς, αφήνοντας στον κενό τάφο την Τιμία Αισθήτα και την Αγία Ζώνη Της.

Η Παναγία λίγο πριν τη Κοίμησή Της, όπως λέει η παράδοση, υποσχέθηκε ότι δεν θα σταματήσει να φροντίζει για όλον τον κόσμο και θα γίνει η Μεσίτρια στον Υιό Της για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.

Και αυτό έγινε… Η Παναγία είναι δίπλα μας, πάμπολλες είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν το Θαύμα Της. Είτε σαν εκπλήρωση της επιθυμίας που ήταν αίτημα στη Προσευχή, είτε σαν όραμα είτε σαν ένα απλό σημάδι.. που εκείνη τη στιγμή κι αυτό το απλό σημάδι εσύ θα το δεις σαν σανίδα σωτηρίας στο φουρτουνιασμένο πέλαγος από προβλήματα που βρίσκεσαι.

Μία Μάνα που γέννησε την Αγάπη… τον ίδιο τον Χριστό, πως είναι δυνατόν να μην ξεχειλίζει από αγάπη; Πως είναι δυνατόν να μην ακούει τις Προσευχές των ανθρώπων… και πως να μην τους βοηθήσει;

Η Παναγία καταλαβαίνει, συμπονά, βοηθάει, και αγαπάει τους ανθρώπους γιατί είναι Μάνα, κι εμείς παιδιά Της.

Ο Χριστός ακούει την Παναγία, ό,τι Του ζητήσει Αυτός θα Της το εκπληρώσει, η παρρησία που έχει η Παναγία στο Χριστό είναι μοναδική, θα μπορούσε κανείς να πει, πως ακόμη και από την κόλαση η Παναγία μπορεί να πάρει κάποιον άνθρωπο και να τον πάει στον Παράδεισο.

Μια όμορφη ιστορία από το Άγιο Όρος λέει:
«Κάθε φορά που νύχτωνε στον Παράδεισο, ο Άγιος Πέτρος, έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του πόσοι είχανε μπει στον Παράδεισο. Ύστερα έβαζε τα ονόματά τους πλάι σε εκείνους που ήδη ήταν μέσα από καιρό και έβρισκε τον αριθμό.

Το άλλο πρωί μετρούσε πάλι τους ‘’παραδεισένιους’’ ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα. Μα για καιρό έβλεπε τούτο το παράδοξο:

Ενώ αποβραδίς είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα, την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3 παραπάνω.

Μα πως γίνεται αυτό σκεφτόταν.

– Αποφάσισε να πάει στον Χριστό και να Του πει αυτό που τον απασχολεί.

-Να φυλάξεις βάρδια είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακόνημά του.

Το ίδιο βράδυ ο Απόστολος του Θεού φύλαξε κατά την προσταγή του Χριστού και σαν ξημέρωσε είχε έτοιμη την απάντηση.

– Τον ρώτησε λοιπόν ο Κύριος, τι συμβαίνει…

– Το βράδυ… Κύριε… που κλείνει ο Παράδεισος ανεβαίνει η Μητέρα Σου Παναγία στα τείχη και βάζει τους ανθρώπους από εκεί».-

Αυτή είναι η δύναμη της Παναγίας μας – Καλή Παναγιά σε όλους!

Πηγή: vimaorthodoxias.gr